Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 24, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2001)

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ 

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

ο Μπάρμπα Αντώνης να μην φοράει αυτή την μπλούζα.

Τελειώνοντας το φαγητό του, πέρασε από δίπλα μου για να πάει στο σοδιαστήρι, όπου είχε όλα τα σύνεργα τής κομμωτικής. Στο πέρασμα του ο εφιάλτης με ακούμπησε στο αυτί κι ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου απ' άκρη σ' άκρη. Οι μηχανές τού κουρέματος, χειροκίνητες, δύο στον αριθμό, η χοντρή και η ψιλή -οι οποίες με πολύ δυσκολία μπορούσαν να κόψουν τα μαλλιά, αλλά με ευκολία τα έβγαζαν από την ρίζα - τοποθετούνται στο τραπέζι τής κουζίνας μαζί με τα υπόλοιπα σύνεργα, το ξυράφι με το λουρί για το τρόχισμα, το κεσεδάκι με το σαπούνι και το πινέλο, η βoύρτσα για το καθάρισμα και τέλος η πετσέτα τής κουζίνας για να προστατεύει τα ρούχα από τις τρίχες. Στον, τοίχο κρεμασμένη η λάμπα του πετρελαίου, με γυαλί Νο 5, δίνει την αίσθηση οτι το κούρεμα θα γίνει δια τής ψηλάφησης. Η πετσέτα τής κουζίνας σκεπάζει τούς ώμους. Επιτέλους, μπαίνουμε στην διαδικασία.

ΤΟ,δεξί χέρι τού κυρ Αντώνη αγκαλιάζει την χοντρή μηχανή και με το αριστερό πραγματοποιεί το κλασσικό κεφαλοκλείδωμα. Η μέγκενη έχει κλείσει σφιχτά, σημάδι ότι μπήκαμε σε διαδικασία χωρίς επιστροφή. Γύρω από το κεφάλι μου η συρματόβουρτσα με τρίβει τόσο, που έχω την αίσθηση ότι έχω ματώσει. Η μηχανή με δεξιοτεχνία αρχίζει να διαγράφει τροχιά, από εμπρός προς τα πίσω, κόβοντας και ξεριζώνοντας ότι έβρισκε μπροστά της. Κάποιες κραυγές πόνου χάνονται μέσα στον εφιάλτη, παρά την ησυχία που επικρατούσε στο δωμάτιο. Η χοντρή μηχανή δίνει την θέση της στην ψιλή και μετά από δέκα λεπτά η πετσέτα και το πάτωμα έχουν γεμίσει με τον μπουλαντζέ, που τόσο καιρό καμάρωνα και πρόσεχα "ως κόρη οφθαλμού". Μάταια αγωνίζομαι να τoν πείσω να μού αφήσει μεγαλύτερη τσούμπα.

Στο κεφάλι μου, πλέον, κάνουν την εμφάνιση όλα τα σημάδια από τον πετροπόλεμο. Λίγο νερό στο κεσεδάκι και η σαπουνάδα είναι έτοιμη. Το πινέλο πέφτει στo σβέρκο και την φαβορίτα, ενώ συγχρόνως το ξυράφι ανεβοκατεβαίνει και oριoθετεί. Ο καθρέπτης είναι είδος πολυτελείας. Προσπαθώ να καταλάβω το απoτέλεσμα, δια τής αφής. Ο πόνος από το κεφαλοκλείδωμα εχει αρχίσει να υποχωρεί και το λίγο αίμα, απο την... συρματόβουρτσα και τη μηχανή, το έχουν απορροφήσει οι χούφτες μου στην προσπαθεια μου να διαπιστώσω τι έχει γίνει στο κεφάλι μου.

Νύχτα πια έξω. Αφού ευχαρίστησα τον μπάρμπα Aντώνη, πήρα τoν δρόμο για το σπίτι. Ο αέρας μού παγώνει το κεφάλι. Στην διαδρoμή, ψαχουλεύοντας το κεφάλι μου, δεν μπορώ να καταλάβω την διαφορά με το ξύρισμα.

Με το που μπαίνω στο σπίτι ακούω το πρώτο σχόλιο από την μητέρα μου. "Την τσούμπα σού την άφησε μεγάλη".

Χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία μπαίνω στο μπάνιο. Πλησιάζω με αγωνία και δισταγμό τον καθρέφτη. Οπλίζομαι με όσο κουράγιο μού έχει απομείνει και, κοιταζοντας το είδωλό μου, δεν μπορώ να διακρίνω την διαφορά από τον τράγο τού Μανώλη.

Πάνω που πρoσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι έχει συμβεί ακούω μια φωνή να μου λεέι: "Τι θα γίνει ρε μπαμπά, θα πείς στην μαμά να με αφήσει να κουρευτώ γουλί;".

Η φωνή τού γιού μου με επαναφέρει στο παρόν. Ενα, παρόν, που εμένα, με βρίσκει σχεδόν γουλί -και μάλιστα χωρίς την συμμετοχή του Μπαρμπα Αντώνη- και τον γιό μου να παρακαλάει για κάτι, που εγώ στην ηλικία του προσπαθούσα να αποφύγω με κάθε τρόπο.

Βρε πως αλλάζουν οι καιροί !!!

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios