Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 19, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1999 - Ιανουάριος 2000)

Ο ΠΑΡΟΙΚΑΣΓυρισμός

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Χρόνια πολλά πριν, σε μια λιμανίσια πόλη της βορειοδυτικής Αμερικής, σ' ένα απ' τα σταυροδρόμια τού κόσμου, γνωρίστηκα μ' ένα συντοπίτη μας, το Λάμπρο. Οι ρίζες μας απ' τη βόρεια Χίο κι η αγάπη μας για τον τόπο, γρήγορα μάς ένωσαν. Ο Λάμπρος, ξενιτεμένος από χρόνια, πάσχιζε να γεμίσει την ερημιά του. Κι εγώ, νιόφερτος απ' την πατρίδα, ήμουν το βάλσαμο για κείνον. Όμως, κι οι δυο, τη νοσταλγία ξεγελούσαμε κάθε φορά που σμίγαμε. Πότε μου μίλαγε για τις πίκρες του και πότε για τις λιγοστές χαρές που τού 'λαχαν στα μονοπάτια της ξενιτιάς. Οι ιστορίες που μού 'πε πολλές. Μιαν απ' αυτές την έλεγε και την ξανάλεγε! Ήταν εκείνη που τον πονούσε και τον γλύκαινε μαζί. Ήταν ο γυρισμός του, κοντά τριάντα χρόνια μετά το φευγιό του σαν ήτανε παιδί. Ένιωθα πάντα συγκίνηση σα μού την ιστορούσε . Έτσι, καλά την έμαθα κι εγώ. Χρόνια μετά, ψηλαφώντας τη μνήμη, σκόνταψα στο ταξίδι του, μιας κι έστεκε απαράλλαχτο μέσα μου... Ύστερα ο Λάμπρος δεν υπάρχει πια...

...Η γραφή απ' τ' αδέρφι του, που 'μενε στην πρωτεύουσα, τού μηνούσε για το χαμό της μάνας. Τηλέφωνο, μα μήτε μόνιμη αντρέσσα κανένας απ' τους λιγοστούς συγγενείς του δεν είχε. Έτσι, με καθυστέρηση έφτασε στα χέρια του. Δάκρυσε με το θλιβερό μαντάτο, μα ήταν ανήμπορος να πράξει κάτι, μιας και τα οικονομικά του, ήταν για ακόμα μια φορά στενά. Τού πήρε έξι μήνες για να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Έπρεπε να γυρίσει. Η ψυχή του δεν είχε αναπαμό. Οι τύψεις ολοένα πιο συχνά το βασάνιζαν. «Ας ήμουν μοναχά εκεί να τής έκλεινα τα μάτια μονολογούσε».

Μιαν ανοιξιάτικη, μα βροχερή μέρα πήρε τ' αεροπλάνο για την πατρίδα. Κάποτε έφτασε στον Πειραιά. Θέλησε να πάει με το βαπόρι στο νησί. Ύστερα, πριν τριάντα χρόνια, με καράβι τ' αποχωρίστηκε. Το βράδυ τριγύριζε στο κατάστρωμα στρίβοντας τσιγάρο κι αναμετρώντας τα χρόνια του. Η κούραση του ήταν μεγάλη απ' την αγρύπνια.  Γύρισε  στο σαλόνι κι αποκοιμήθηκε σε

κάποιο καναπέ. Βαθιά χαράματα ξύπνησε. Βγήκε στ' απάνω μέρος τού καραβιού ν' αναπνεύσει. Ο μυρωμένος μ' άνθη λεμονιάς αγέρας τον ζάλισε. Σημάδι , γι' αυτούς που ξέρουνε, πως το βαπόρι ζύγωνε στο νησί. Την ίδια ώρα κάπου μακριά είδε τα μικρά λαμπερά φωτάκια ν' αντιπαλεύουν το φέγγος της χαραυγής. Γοργά πέρασεν η ώρα και το οχηματαγωγό έδεσε στο μουράγιο. Κι ο Λάμπρος τράβηξε κατά την έρημη πλατεία.

Λίγο πριν το μεσημέρι θέλησε να φύγει. Ζήτησε κάποιο αυτοκίνητο στην πιάτσα τών οδηγών, μ' αυτοί αρνήθηκαν, γιατί τάχατες ο δρόμος για τα βορειόχωρα ήταν άσκημος. Έτσι, φώναξαν κάποιον άλλο που έκανε την άγονη γραμμή. Συμφώνησε τ' αγώγι, για μπρος-πίσω, και πέρασε στο πίσω κάθισμα.

Μα ο Λάμπρος, που τόσα χρόνια καρτερούσε τη στιγμή, ήταν αγέλαστος, στις σκέψεις βουτηγμένος. Τράβηξαν κατά το Βροντάδο, κι ύστερα αργά-αργά κίνησαν ν' ανεβαίνουν τις στροφές τού Aίπους που σαν ήτανε παιδί τού φαίνονταν ατέλειωτες. Και καθώς ανέβαιναν, ρίχνοντας το βλέμμα κατά την ανατολή, αντίκρισε τη Μικρασιατική ακτή, κι ευθύς θυμήθηκε τ' απλοϊκά λόγια της μάνας του που τού 'λεγε σαν πέρναγαν απ' εδώ : «Κάποια μέρα, είναι γραμμένο, να ξεράσει η αντικρινή γη τους Αγαρηνούς για να μάς χαλάσουνε. Γι' αυτό να συλλογάσαι και να προσεύχεσαι. Μη γελάς. Το διάβασα στον Αγαθάγγελο».

Τούτες τις γλυκιές του σκέψεις διέκοψε ο οδηγός πού 'χε βραχνή φωνή και ψαρά μαλλιά.

«Τίνος είσαι βρε αδερφέ; Εγώ τους εξαίρω όλους. Απε πάνω τ' Άγια Χώματα είμαι κι εγώ».

Μα ο Λάμπρος που δεν ήθελε κουβέντες, αποκρίθηκε πως έλειπε απ' εκείνα τα μέρη πιότερο από μια γενιά και πως κανένα δεν είχε να τον περιμένει. Ύστερα σώπασε, ρίχνοντας το βλέμμα στο πουθενά. Κι ο οδηγός για να σπάσει τη σιωπή έβαλε μουσική. Μεμιάς  το παράπονο τού Καζατζίδη ξεχύθηκε στο ήρεμο  πέτρινο


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios