Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 19, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1999 - Ιανουάριος 2000)

Ο ΠΑΡΟΙΚΑΣΓυρισμός

του Γιώργου Β. Κεφάλα

τοπίο τού Αίπους. Κι ο άνθρωπος με τη βραχνή φωνή και τα ψαρά μαλλιά, που ήταν ο οδηγός, μονολόγησε «Τίποτες άλλο δεν ήθελα να' χα στο ντουνιά, μοναχά τη φωνή του». Ο Λάμπρος όμως δεν άκουε. Είχε πια περάσει την πολυδαίδαλη πόρτα των αναμνήσεων.

Το καταμεσήμερο τους βρήκε στο έμπα τού χωριού. Έκαμε νόημα στον οδηγό να σταματήσει. «Εγώ θα κατεβώ εδώ. Κι εδώ θα σ' ανταμώσω σαν τελειώσω».

Είδε την εκκλησιά και μεμιάς τράβηξε κατά 'κεί. Ψυχή ζώσα πουθενά. Η ξώπορτα τού ναού αμπαρωμένη. Έσκυψε και φίλησε το σιδερένιο σταυρό της. Ύστερα κίνησε για το νεκροταφείο με πόδια τρεμάμενα. Η βαριά πόρτα έτριξε σπάζοντας την απόλυτη σιγή του μαγιάτικου μεσημεριού. Κι ευθύς, ο Λάμπρος βρέθηκε στη γειτονιά τής απέραντης σιωπής. Εκεί τ' αγριολούλουδα ολούθε έδειχναν την εισβολή τής άνοιξης, εδώ που εξουσία, χώρια απ' το θεό, μοναχά η μνήμη κατέχει.

Ο λαμπρός ήλιος τού μεσημεριού φώτιζε τα μνήματα. Μόνον η ψυχή τού επισκέπτη είχε σκοτεινιά που δακρυσμένος αναζητούσε τη γωνιά της μάνας του. Παντού σταυροί και ραγισμένες ταφόπλακες. Κάποιοι τάφοι έχασκαν μισάνοικτοι. Κάποτε, αντίκρισε το ξύλινο σταυρό, οπού 'γραφε τ' όνομα τής μητέρας του. Κι ευθύς, γονάτισε με υγρά τα μάτια κι ένα κόμπο στο λαιμό. Σιγά-σιγά άρχισε να τής μιλά. Άρχισε να εξομολογείται. Τριάντα χρόνια είχαν να τα πουν. Και μιλώντας της η θύμιση έσταζ' αίμα. Κι αλίμονο, τι δε τής είπε.

Έπιασε με το μεγάλο καράβι, το στολισμένο με σημαίες πού 'χε στοιβαγμένα στα σπλάχνα του τη νιότη της πατρίδας. Αυτό, δα, που τους έφερε στη πέρα όχθη τού ωκεανού. Εκεί στη μακρινή γη τού Κολόμβου. Ύστερα τής είπε για τα έθνη τών ανθρώπων, με τις παράξενες λαλιές, που στριμώχνονται γυρεύοντας μερτικό απ' τον ουρανό της. Κι ακόμα για ανομολόγητες αμαρτίες και συφορές.

Η «κουβέντα» μάκραινε, ώσπου αχός καμπάνας τον συνέφερε. Σταυροκοπήθηκε κι ύστερα κατάλαβε πως δεν ήταν άλλο απ' το ρολόι τού καμπαναριού. Γοργά αποχαιρέτησε τη μάνα του ξαλαφρωμένος και κίνησε για να βρει το πατρικό του. Το χωριό τού φάνηκε αλλαγμένο. Ήταν αγνώριστο. Σα να 'δειχνε πλούσιο μα δυστυχισμένο. Στο δρόμο, μοναδικός σύντροφος, το τιτίβισμα των πουλιών, καμιά άλλη παρουσία. Δύσκολα βρήκε το σπίτι. Τα μάτια ξανάρχισαν να υγραίνουν. Η καρδιά κτυπούσε ακανόνιστα. Έκανε κουράγιο κι ανέβηκε τη μικρή πέτρινη σκάλα. Σκιαγμένος, κοντοστάθηκε. Ύστερα έσπρωξε τη σαρακοφαγωμένη πόρτα και μπήκε. Αυτά, λοιπόν, τα δυο δωμάτια ήταν όλο κι όλο το σεργιάνι τών γονιών του στον κόσμο. Κάποτε τού φαίνονταν τεράστια. Ίσια καταμπροστά στο τζάκι είδε τις κιτρινισμένες φωτογραφίες τους και μια λάμπα πετρελαίου με μαυρισμένο ακόμα το γυαλί. Δίπλα η θέση της στάμνας. Μετά βρέθηκε στ' άλλο δωμάτιο. Πλάϊ στο κρεβάτι ξεχώρισε την πολύχρωμη πάντα με τα ζώα και τα παραδείσια πουλιά. Μετά σήκωσε τα μάτια ολόθαμπα κατά το παραθύρι που 'χασκε μισάνοιχτο. Κι ύστερα είδε μιαν ηλιαχτίδα που ντροπαλά αυλάκωνε το χωματένιο πάτωμα. Αναθάρρησε, ζεστάθηκε η ψυχή του...

...Σε λίγο αντάμωσε τον οδηγό. Ξεκίνησαν. Στην τελευταία στροφή, εκεί που γνώριζε πως χάνονταν πια ο γενέθλιος τόπος, τού 'καμε νόημα να σταματήσει. Βγήκε απ' τ' αμάξι. Ανάσανε βαθιά. Κι ύστερα έκλεισε την εικόνα του μέσα του για πάντα. Την ίδια ώρα, πέρα μακριά, πίσω απ' τον Ψαριανό βράχο, ο ίσκιος τού ήλιου καταπόρφυρος ετοιμαζόταν να στη θάλασσα, σέρνοντας πίσω του αργά κι επίσημα το δειλινό.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios