Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 22, Αυγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2000)

Είχε ζύμωμα(μέρος πρώτο)

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Δεν είχε ακόμη λαλήσει ο πρώτος κόκορας της αυγής κι η θεια Αργυρώ, η Γειασουγιάννενα, σηκώθηκε απ' τ' αχυρόστρωμά της, τέντωσε τα σκεβρωμένα απ' τη δουλειά μέλη της, νίφτηκε, ντύθηκε, και πήγε μπροστά στα εικονίσματα. Σταυρο-κοπήθηκε τρεις φορές, είπε τον πρωινό της «Πάτερ ημών...», κι ύστερα ανασκουμπώθηκε. Μέρα δύσκολη την περίμενε. Είχε ζύμωμα!!!

Πήγε στην παροστιά , μάζεψε την αχιλιά από την αποσπερινή φωτιά, στοίβαξε τους μισοκαμένους δαυλούς, πήρε λίγους ξερούς σπαρτούς για προσάναμμα και τους έβαλε φωτιά. Μια γλυκιά θαλπωρή ξεχύθηκε απ' τη γωνιά του τζακιού. Σκόρπισε το πρωινό αγιάζι ιδιαίτερα αισθητό τους πρώτους μήνες του φθινοπώρου. Έβαλε στη φωτιά τη σιδεροστιά κι ακούμπησε πάνω της το μικρό μπακιρένιο καζάνι της με καθαρό νερό, που 'χε από βραδύς μαζέψει, για να το ζεστάνει.

Η θεια Αργυρώ πήρε από το ράφι του φουκλάρου το λαδοφάναρο, τ' ακούμπησε στο ξύλινο τραπέζι, έβγαλε από μέσα το καταλαδωμένο καντηλέρι, το ξεφυτίλισε, του 'βαλε λάδι, τ' άναψε και το ξανάβαλε στο φανάρι.

Ένα θαμπό φως ξεχύθηκε απ' τα μουτζουρωμένα γυάλινα παραπετάσματα του που φώτισε αχνά λίγα μέτρα γύρω. Με το φανάρι στο χέρι σήκωσε το ξύλινο σκέπασμα της κλαβανής που οδηγούσε στο σοδειαστήρι. Μια πρωτόγονη ολόρθη ξύλινη σκάλα ένωνε το σοδειαστικό με το κυρίως σπίτι. Η θεια Αργυρώ, παρά τα χρονάκια της, την κατέβηκε με σβελτάδα νέας.

Το ισχνό φως του φαναριού φώτισε αμυδρά τον μικρό αποθηκευτικό χώρο του σπιτιού. Παντού υπήρχαν στοιβαγμένα τσουβάλια με καρπούς, κριθάρια, σιτάρια, βίκους, κουκιά, ζερβέλια. Στη μέση του σοδειαστικού ήταν τοποθετημένο ένα παλιό παγκάρι που χώριζε το χώρο στα δύο. Στις κόρδες της οροφής κρέμονταν από καρφιά καλάθια, καλαθάκια, κόσκινα, πριόνια, κοντάρια, τουρβάδες , άδεια τσουβάλια κι άλλα χρήσιμα «ποιούμενα», για ένα αγροτόσπιτο.

Η Μαριγώ του Γειασουγιάννη πολλά χρόνια αργότερα.

Η Μαριγώ του Γειασουγιάννη πολλά χρόνια αργότερα.

Σ' ένα καρφί της μεσιανής κόρδας, πάνω ακριβώς από το παγκάρι, κρέμασε το λαδοφάναρο της. Ακριβώς από κάτω, πάνω στο παγκάρι, ήταν τοποθετημένη μια μεγάλη ξύλινη σκάφη. Ένα βουνό αλεύρι βρισκόταν στο κέντρο της σκεπασμένο μ' ένα ολοκάθαρο λευκό σεντόνι. Αλεύρι που από βραδύς η θεια Αργυρώ κι οι κόρες της, η Μαρία κι Σεβαστή, είχαν διπλοκοσκινίσει.

Από βραδύς, εξ άλλου, είχαν «πιάσει» και προζύμι. Είχαν, δηλαδή, ζυμώσει μια δυο οκάδες αλεύρι με το προζύμι που 'χαν κρατήσει από το προηγούμενο ζύμωμα. Όλες οι νοικοκυρές του χωριού κρατούσαν προζύμι. Κι αν τύχαινε κάποια να μην έχει ή να 'χει μπαγιατέψει το δικό της, πρόθυμα το δάνειζε η μια στην άλλη. Το αποσπερινό ζυμάρι το 'βαλαν σε μια μικρή πήλινη λεκάνη, το σκέπασαν μ' ένα καθαρό πανί και το 'βαλαν κοντά στη φωτιά για ν' «ανήβει», να φουσκώσει δηλαδή. Αυτό γινόταν μόνο σαν είχε κρύο.  Γιατί  το  καλοκαίρι  η ζέστη  ήταν ικανή  από  μόνη  της  ν'


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios