Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 22, Αυγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2000)

Είχε ζύμωμα(μέρος πρώτο)

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

ανεβάσει το ζυμάρι.

Η ζωή στα σοκάκια του χωριού αργοσόλευε, όταν η θεια Αργυρώ στάθηκε μπροστά στη σκάφη με τ' αλεύρι. Έκανε ξανά το σταυρό της τρεις φορές κι έχωσε σβέλτα τα χέρια της στο λευκό αφράτο σωρό. Το σκόρπισε γρήγορα δεξιά κι αριστερά στη σκάφη. Μια μικρή λακκούβα σχηματίστηκε ανάμεσα στους δυο μικρότερους σωρούς.

Απ' το πάνω πάτωμα ακούστηκαν τα βήματα της κόρης της, της Μαρίας, που 'χε κι αυτή σηκωθεί.

- Μαριγώ, φέρε μου το νερό πο βράζει και το προζύμι, της φώναξε.

Η Μαριγώ γέμισε μια καθαρή σίκλα με ζεστό νερό απ' το καζάνι που 'ταν στη φωτιά, πήρε και το προζύμι και το κατέβασε στη μάνα της.

Στη μικρή λακκούβα που σχηματίστηκε ανάμεσα στους δυο σωρούς τ' αλεύρι, η θεια άδειασε λίγο νερό κι έλιωσε το προζύμι μέχρι που σχηματίστηκε αρύς χυλός. Ξανάριξε νερό στο κέντρο της σκάφης κι άρχισε ν' ανακατεύει το λιωμένο προζύμι με τ' αλεύρι μέχρι που όλο γίνηκε μια σκληρή λαστιχωτή μάζα. Ανασκουμπώθηκαν τότε μάνα και κόρη και με τις γροθιές τους ζύμωναν ώρα πολλή το ζυμάρι. Που και που, όταν το ζυμάρι στέγνωνε, πρόσθεταν κι άλλο νερό. Πέντε κάρτα αλεύρι για να ζυμωθούν θέλουν δουλειά σκληρή. Κι ο ιδρώτας των γυναικών, παρά την πρωινή δροσιά αυλάκωνε το πρόσωπο τους.

Είχε περάσει μιάμιση ώρα απ' όταν αρχίσανε, κι η Μαριγώ γύρισε κι είπε στη μάνα της.

- Καλό εν είναι πια μάνα. Μιάμιση ώρα το δουλεύουμε

- Εν είν' ακόμη έτοιμο μόνο ζύμωνε εδευτού. Άμα δε ζυμωθεί καλά το ψωμί έ γίνεται αφράτο. Κι ό,τι και να φας, και μαύρο χαβιάρι που λέει ο λόγος, το ψωμί είναι η βάση.

Στις δύο ώρες το ζυμάρι αφράτεψε κι η Γειασουγιάννενα αποφάσισε  πως  ήταν  πια έτοιμο  να  το  πλάσουν.  Σκέπασαν τη

σκάφη με το λευκό καθαρό σεντόνι μην τύχει και πέσει κανένα σκουπίδι στη ζύμη. Ύστερα κατέβασαν τις πινακωτές που 'ταν στηριγμένες σε παράλληλα ξύλινα παλούκια περασμένα στους τοίχους του σοδειαστηριού.

Οι πινακωτές ήταν φτιαγμένες από κορμούς δένδρων, συνήθως από πλατάνες. Έκοβαν τον κορμό στη μέση και στην επίπεδη επιφάνεια του ξύλου που σχηματιζόταν, «έσκαβαν» με τέχνη από δυο μέχρι πέντε και έξι καμιά φορά θέσεις για ψωμιά, ανάλογα με το μήκος του ξύλου.

Ξεσκόνισαν τις πινακωτές, έστρωσαν τα πινακώπανα η μάνα έκοβε κομμάτια ζύμης κι η κόρη τα 'πλαθε και τα τοποθετούσε στις θέσεις της πινακωτής. Γέμισαν τέσσερις μεγάλες πινακωτές, μετά έπλασαν τις πίτες και τις ψάρες , και τα 'βαλαν πάνω στ' αλευρωμένα σανίδια. Έφτιαξαν και μερικά κολύκια για να φιλέψουν τα μικρά παιδιά που θα 'παιζαν κοντά στο φούρνο.

Σαν τελείωσαν το πλάσιμο σκέπασαν τα ψωμιά με σεντόνια κι από πάνω έριξαν λαφριές κουβέρτες για να κρατηθούν ζεστά και ν' «ανήβουν».

Στη βορινή μεριά του χωριού, μετά τ' αλαιτρουβειό του Φίλιππα του Βουρνού, ήταν ο φούρνος του Γειασουγιάννη. Ένα μικρό κουμαχάκι , που 'χε δεξιά κι αριστερά χτισμένους ξεροτρόχαλους σε ύψος ενός μέτρου. Στο παραπέτο που σχηματιζόταν ακουμπούσαν τις πινακωτές και τα σανίδια με τα ψωμιά. Πάνω από το κυκλικό άνοιγμα του φούρνου δεξιά κι αριστερά μέσα στον τοίχο υπήρχαν τετράγωνα ανοίγματα που αποθήκευαν τα εργαλεία του. Το φουρνέφτιο , τα σκάλεθρα , τη γωνιά , τον πιττοστρέφτη , τα σφούγγια . Έξω από το φούρνο, στο μικρό χωραφάκι που 'χε γι' αυλή του, από βραδύς ο Γειάσουγιάννης, ο άντρας της, είχε στοιβάξει γομάρια με σελιδόξυλα .

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios