Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 23, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2000 - Ιανουάριος 2001)

Είχε ζύμωμα(μέρος δεύτερο)

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Όταν γύρισαν από το φούρνο στο σπίτι οι γυναίκες, ο Γειάσουγιάννης με τα αγόρια της οικογένειας, το Νικόλα και το Σιδερή, είχαν ...στρατολογήσει τα ζωντανά κι είχαν πάρει το δρόμο για το χωράφι. Η θεια Αργυρώ κατέβηκε στο σοδειαστήρι, ξεσκέπασε τις πινακωτές και τα σανίδια. Το προζύμι είχε επιτελέσει το... μυστηριακό του έργο. Η ζύμη ανέβηκε, γέμισε τις θήκες των πινακωτών, οι ψαρές ξεχύθηκαν στα σανίδια. Η ώρα για να μεταφερθούν στο φούρνο είχε φτάσει.

Μάνα και κόρη φορτώθηκαν από μια πινακωτή. Πρώτες οι κόρες και τελευταία η μάνα βγήκαν από το σπίτι. Στο έβγα του σπιτιού συναντήθηκαν με το Γιάννη το Λιάπη, που όλο το χωριό το φώναζε Γιάννο. Πήγαινε στο χωράφι. Ο Γιάννος, λεύτερο παιδί, καλόβλεπε μια από τις κόρες του Γειασουγιάννη. Έτσι, από τη Λάντζα που έμενε, αντί να πάρει τον κάτω δρόμο για να βγει στο Βορινό ανηφόρισε από το σπίτι του Γιάνναρου, πέρασε από τα Κεφαλικά και αναπόφευκτα συναντήθηκε με τις ...υποψήφιες νύφες και τη μάνα τους. Βλέποντας τες φορτωμένες με τις πινακωτές προθυμοποιήθηκε να τους κουβαλήσει μια στο φούρνο. Στις προθέσεις του ήταν να κουβαλήσει και δεύτερη και τρίτη. Ήθελε, βλέπετε, να κάνει καλή εντύπωση στη ...μέλλουσα πεθερά του. Είχε και την κρυφή ελπίδα πως στο πήγαινε-έλα στο φούρνο θα 'χε την ευκαιρία να μείνει, έστω για λίγο, μόνος με τα κορίτσια.

Για κακή του τύχη οι κόρες που κρατούσαν τις πιο λαφριές πινακωτές είχαν προχωρήσει, έτσι ο Γιάννος φορτώθηκε μια μεγάλη με έξι ψωμιά, κι η θεια Αργυρώ γύρισε στο σοδειαστήρι για να πάρει άλλη.

Η πινακωτή, που 'ταν φτιαγμένη από πλατανόξυλο, ήταν βαριά από μόνη της. Με τα έξι ψωμιά μέσα, λοιπόν, ήταν ασήκωτη.

Κι ο καημένος ο Γιάννος μειονεκτούσε σωματικά. Ήταν και τα στρεβλά του πόδια που δεν τον βοηθούσαν. Δεινοπαθούσε κάτω από το βάρος της πινακωτής.

Κουτσά-στραβά πήρε το δρόμο για το φούρνο. Δε ήθελε να ξεπέσει και στα μάτια των κοριτσιών, έτσι έβαλε τα δυνατά του. Έλα, όμως, που ο καλός Θεούλης φαίνεται πως δεν ξέρει από έρωτες και τα τοιαύτα και όπως το συνηθίζει αυτή την εποχή έστρωσε τα καλντερίμια του χωριού με το πρωινό αγιάζι, κι έκανε τις πέτρες του να γλιστρούν λες και τις είχες αλείψει με λάδι; Στα ίσια καλά τα πήγαινε ο Γιάννος. Σαν πήρε, όμως, ο φουκαράς να κατεβεί την κατηφοριά κάτω απ' του μπαρμπέρη το σπίτι, γλίστρησε, τ' ασθενικά του πόδια δεν τον κράτησαν και σωριάστηκε φαρδύς-πλατύς στη μέση του δρόμου. Αλλού βρέθηκε η πινακωτή, αλλού τα ψωμιά, αλλού ο Γιάννος.

Για καλή του τύχη δεν έτυχε να περνά εκείνη τη στιγμή κανείς. Σηκώθηκε. Είδε πώς δεν είχε πάθει τίποτα σπουδαίο και βάλθηκε να συμμαζέψει τα ...ασυμμάζευτα. Τρία από τα έξι ψωμιά είχαν χυθεί στο δρόμο κι οι ... αλανιάρες κότες έτρεξαν να επωφεληθούν από το... απρόσμενο λάφυρο. Ο Γιάννος τις κυνήγησε, έσκυψε, μάζεψε τη χυμένη ζύμη που 'χε πασπαλιστεί με χώματα και κοπριές, την καθάρισε όσο μπορούσε και την ξανάριξε στις άδειες θέσεις της πινακωτής. Είχε και την αγωνία μην τυχόν και τον προφτάσει η Γειασουγιάννενα, που από στιγμή σε στιγμή θα 'ρχόνταν πίσω του. Έτσι ο καθαρισμός δεν έγινε με την απαιτούμενη επιμέλεια. Φρόντισε, όμως, το πασπαλισμένο με χώματα τμήμα της ζύμης να μπει στο κάτω μέρος της θήκης για να μη φαίνεται. Φορτώθηκε ξανά την πινακωτή και όσο γρήγορα του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, την πήγε στο φούρνο. Την ακούμπησε στο σκοτεινό σημείο του παραπέτου, ευχήθηκε καλά τελειώματα στις κόρες του Γειασουγιάννη και σηκώθηκε να φύγει για το χωράφι.

Κάθε ερωτική διάθεση τού είχε περάσει και το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει όσο γινόταν πιο γρήγορα μη τύχει και καταλάβαινε κανείς το πάθημα του. Λίγο πριν βγει στο βορινό συναντήθηκε με τη Γειασουγιάννενα που φορτωμένη κατέβαινε για το φούρνο.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios