Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 23, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2000 - Ιανουάριος 2001)

Είχε ζύμωμα(μέρος δεύτερο)

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

- Επήες τα Γιάννη μου, το ρώτησε.

- Τα πήα θεια, της απάντησε.

- Να 'σαι καλά γιούκα μου. Καλή τύχη να 'χεις. Του ευχήθηκε και κατηφόρισε για το φούρνο.

Ο Γιάννος, που σε άλλη περίπτωση σε τέτοια ευχή θα πετούσε ολόκληρος απ' τη χαρά του, απάντησε μέσα απ' τα δόντια ένα ευχαριστώ και πήρε σκυφτά το δρόμο για το χωράφι.

Άφησαν την Σεβαστή να προσέχει τα ψωμιά, μη τύχει και τα «μαγαρίσει» καμιά γάτα ή σκύλος ή κότες και πήγαν για να φέρουν και τον τελευταίο δρόμο.

- Μωρή να 'χεις τα μάτια σου δεκατέσσερα, της είπε φεύγοντας η μάνα της. Μην το πάθουμε σαν την Καλλιόπη του Νοτάρο, που 'φηκε τη Βαρβάρα να φυλάει τα ψωμιά κι εκείνη εχάζευε και επήεν η κλωσσού με τα κλωσσόπουλα κι έκαμαν παρέλαση πάνω στις ψάρες και τις πίτες, γιατί αλίμονο σου! Ήκουσες;

Όταν κουβάλησαν όλα τα ψωμιά κι ήταν πια έτοιμες να φουρνίσουν έστειλε τη Σεβαστή να πει στη θεια Καλλιόπα, που της είχε τάξει παραφούρνι , να της δώσει τα ψωμιά της.

Εκείνη σκούπισε για τελευταία φορά τις πλάκες του φούρνου. Με το που τέλειωσε πήρε το φουρνέφ-τιο, το πασπάλισε μ' αλεύρι, το 'βαλε κοντά στη θήκη της πινακωτής κι η Μαριγώ, η κόρη της, τράβηξε απότομα το πινακώπανο. Η ζύμη γύρισε τ' απάνω κάτω κι απλώθηκε στο πλατύ «κεφάλι» του φουρνέφτιου. Το πήρε, στήριξε την άκρη του στ' ακρόχειλα του φούρνου, έδωσε το μακρύ κοντάρι του να το κρατά η κόρη της κι εκείνη με τα δυο της χέρια μορφοποίησε το τελικό σχήμα του ψωμιού. Ύστερα πήρε το κοντάρι στα χέρια της κι ακούμπησε το ψωμί στις πυρωμένες πλάκες του φούρνου κοντά στην πυρά.

Η διαδικασία αυτή έγινε πολλές φορές, ώσπου έφτασε η ... μοιραία στιγμή να φουρνίσουν και τα ψωμιά που 'χε κουβαλήσει ο Γιάννος. Με το που γύρισε η ζύμη ανάποδα πάνω στο φουρνέφτιο

σ κι η θεια Αργυρώ είδε το .... χρωματισμένο ψωμί κατάλαβε τι είχε συμβεί και της ήρθε ...συγκοπή.

- Ηγού ηγού ζημιά που 'παθα! Οχτρός να τον πάρει εκεί που βρεθεί πρωινιάτικα! Ο στραβοκάνης , ο ανίκανος. Κι εγώ η ούρια που του τα 'μπιστεύτηκα, έλεγε και ξανάλεγε η δύστυχη η Γειασουγιάννενα.

Δε λυπότανε τον κόπο της. Από χαμένους κόπους άλλο τίποτα. Για το χαμένο αλεύρι νοιαζότανε, που 'τανε λιγοστό και μετρημένο. Μάταια οι κόρες της προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν, λέγοντας της πως δεν θα πάει χαμένο, πως θα το φάνε οι κότες, οι γάτες κι οι σκύλοι. Τίποτα αυτή. Το φύσαγε και δε κρύωνε.

Τι να κάνει, όμως. Τα γινόμενα ουκ απογίνονται. Καθάρισε τα τρία ...χωματισμένα ψωμιά όσο μπορούσε καλύτερα, τα σημάδεψε, για να γνωρίζει πια είναι όταν ψηθούν, συμβιβάστηκε με την ιδέα πως θα τα φάνε οι κότες, οι γάτες κι σκύλοι και συνέχισε το φούρνισμα. Η ώρα περνούσε και η πυρά του φούρνου χανόταν. Έπρεπε, λοιπόν, να κάνουν γρήγορα.

Η ευεργετική θερμική ενέργεια του φούρνου επέδρασε στο ζυμάρι, και σιγά-σιγά η μαλακή και εύπλαστη ζύμη γίνηκε μοσχομυριστό αφράτο ψωμί. Σαν άνοιξε το σκέπασμα του φούρνου η θεια Αργυρώ, ο μικρός χώρος του φούρνου γέμισε από τη χαρακτηριστική μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού.

Πρώτα ξεφούρνισε τα κολύκια και τις πίτες. Τρία-τέσσερα παιδιά της γειτονιάς, που δεν πήγαιναν ακόμη στο σχολείο, μαζεύτηκαν στον φούρνο. Η Γειασουγιάννενα πήρε από τα σφούγγια μακριά σπαρτόκλωνα τα πέρασε μέσα στο άνοιγμα που 'χουν τα κολύκια και τα κρέμασε στο λαιμό των παιδιών. Τα λερωμένα προσωπάκια των παιδιών φωτίστηκαν από χαρά. Είπαν μέσα από τα δόντια τους και με κατεβασμένο από ντροπή το κεφάλι,  ένα  ευχαριστώ και έφυγαν τρέχοντας και χοροπηδώντας

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios