Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 6ος, ΤΕΥΧΟΣ 25, Μάϊος - Ιούνιος- Ιούλιος 2001)

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Αρχές τής δεκαετίας τού '60. Μάρτης μήνας στα Κουρούνια κι η μέρα ξημέρωσε μ' έναν ολόλαμπρο ήλιο. Εναν ήλιο με δόντια. Το κρύο τσουχτερό Στις βρύσες. στις άκρες από τα δώματα και στ' ακροκέραμα κρέμονταν διάφανα, απαστράπτοντα τα παγωμένα κρύσταλλα. Καντήλες ποικίλου μήκους αναλύουν το ηλιακό φώς σε περίτεχνους ιριδισμούς.

Το χωριό είχε ξυπνήσει από νωρίς. Οι νοικοκυρές ετοίμασαν τα παιδιά τους για το σχολειό και τούς άντρες τους για το χωράφι. Κι ο καθένας έπαιρνε το δρόμο του. Άλλος στην "πέρα πάντα", άλλος στην "απ' εδώ" και τα σχολιαρόπαιδα, μ' ένα δαυλό στο χέρι, καθημερινή συνεισφορά για το άναμμα τής σόμπας τού σχολείου, την ανηφόρα τού Φτενάδου.

Στο χωριό απέμεναν οι συνήθεις "αργόσχολοι". Ο ενωμοτάρχης, οι χωροφύλακες, ο γιατρός, κάποιοι γέροι κι ανήμποροι για τα χωράφια και τα μικρά παιδιά που δεν πάνε στο σχολειό.

Ενας απ αυτούς που έμενε στο χωριό ήταν και ο πατέρας. Οχι γιατί ήταν αργόσχολος αλλά λόγω επαγγέλματος. Ηταν τσαγκάρης. Από πολύ πρωί είχε ανοίξει το μαγαζί του και "πάλευε" με τα λάστιχα, τα καλαπόδια, τις βακέτες, τις ξυλόπροκες τούς καναβένιους σπάγκους του. Είχε τόση δουλειά στο τσαγκαράδικο που δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τα χωράφια. Έτσι η μάνα μας, εκτός από το σπίτι είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου και την ευθύνη τών χωραφιών.

Από τ' άγρια χαράματα είχε σηκωθεί, είχε ετοιμάσει το φαγητό, το σπίτι και τον αδελφό μου για το σχολείο. Εγώ δεν πήγαινα ακόμη. Οταν είχε κάνει όλα της τα "χουσμέτια" με ξύπνησε, μ' έπλυνε, μ' έντυσε σαν κρεμμύδι για να μην τής κρυώσω, και με πήγε στο τσαγκαράδικο τού πατέρα μου, που 'ταν ακριβώς κάτω από το σπίτι μας.

Ο πατέρας μου, εκτός από τσαγκάρης, είχε αναλάβει και χρέη νταντάς.  Για  να  μην  τον  απασχολώ  από  τη δουλειά του, αλλά

κυρίως για να μην ανοίξω την πόρτα και βρεθώ στο χωρίς προστατευτικά κάγκελα μικρό "ξάτο" που 'χαμε μπροστά στο μαγαζί κι από 'κει στο ..δρόμο μπροστά στο σπίτι τού Σταματινού, μού 'χε αναθέσει ...έργο. Είχε μαζέψει ένα μικρό τσουβαλάκι με στραβά καρφιά. Μού 'δινε ένα μικρό σφυράκι και με 'βαζε να ισιώνω τα καρφιά με μηδαμινό αντάλλαγμα κανένα μπισκότο ή καμιά καραμέλα. Ατέλειωτες ώρες έχω αφιερώσει σ' αυτή την παραγωγική διαδικασία που τη βαριόμουνα αφάνταστα αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Παρακαλούσα να 'ρθει κανένας αργόσχολοc ή κανένας πελάτης για δουλειά για να σταματήσω να σφυρηλατώ τα καρφιά και τα ... δάκτυλά μου.

Ο πατέρας μπορεί να μη είχε καμιάν ανάμειξη με τις άλλες γεωργικές ασχολίες οι κήποι, όμως, ήταν αδυναμία του. Τού άρεσε να φυτεύει όλων τών ειδών τα ζαρζαβατικά, να τα ποτίζει να τα σκαλίζει, να τα "σερμπετιάζει" και καμάρωνε για τα κηπευτικά του. Για να κερδίσει χρόνο, όμως, δεν τούς έσκαβε εκείνος. 'Εβαζε εργάτες να κάνουν αυτή τη δουλειά.

Εκείνη την ημέρα τού Μάρτη, λοιπόν, είχε συμφωνήσει με το Γιάννη τού Κωστή τού Τακτικού να τού σκάψει τον κήπο στου «Ρούκλο». Ο Γιάννης πριν ξεκινήσει για τον κήπο πέρασε από το μαγαζί για να πάρει οδηγίες. Ευκαιρία έψαχνα να την κοπανήσω από την αυστηρή επιτήρηση τού πατέρα μου κι ο Θεός μού την έστειλε στο πρόσωπο τού Γιάννη. Ο κήπος ήταν πολύ κοντά στο χωριό κι έτσι τού ζήτησα να πάω μαζί του. Ο πατέρας στην αρχή ήταν αρνητικός αλλά στη συνέχεια και με τις διαβεβαιώσεις τόσο τού Γιάννη, ότι θα με προσέχει, όσο και τις δικές μου, ότι θα είμαι καλό παιδί. Με άφησε με μια ρητή εντολή! Να μη μ' αφήσει να πάω στο «ταγάρι».

Το ταγάρι ήταν μια τετράγωνη χτιστή δεξαμενή, με ύψος ενάμιση μέτρο και πλάτος το ίδιο περίπου, που παλαιότερα τη χρησιμοποιούσαν σαν ρακοκάζανο.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios