Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 6ος, ΤΕΥΧΟΣ 25, Μάϊος - Ιούνιος- Ιούλιος 2001)

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

'Οταν έπαψε να χρησιμοποιείται γι αυτό το σκοπό έγινε μια θαυμάσια δεξαμενή νερού που γέμιζε από το διπλανό λαγκάδι, το λαγκάδι τού βορινού, και με το νερό αυτό ποτίζαμε τον κήπο στου Ρούκλο.

Με πήρε, λοιπόν, ο Γιάννης από το χέρι φόρτωσε με τ' άλλο τα σύνεργα τής δουλειάς στον ώμο και ξεκινήσαμε για τον κήπο. Το μόνο άνθρωπο που συναντήσαμε στη διαδρομή ήταν η Δέσποινο τού Γιώργη τού Κωσταντάρα. Είχε ζύμωμα και ανηφόριζε για ν' ανάψει το φούρνο του Νικολή του Κεφάλα, που βρισκόταν λίγα μέτρα πάνω απο το ταγάρι μας. Περάσαμε το λαγκάδι τού βορινού και φτάσαμε στον κήπο.

Ο Γιάννης έκανε το σταυρό του κι άρχισε έναν αγώνα με το χώμα. 'Εναν αγώνα που έδινε καθημερινά κάθε αγρότης τού τόπου μας με την άγρια κι αγαπημένη γη τής Αμανής. Μια σχέση ανομολόγητου έρωτα υπήρχε ανάμεσα στους δουλευτάδες και στη γη. Εκείνοι, δίχως καλά καλά οι πιο πολλοί να το καταλαβαίνουν, έδιναν ένα κομμάτι από τη ψυχή τους κι η γης έκρυβε ερωτικά στα σπλάχνα της τούτες τις ψυχές τις πονεμένες, τις επώαζε ένα μήνα, δυο, τρεις, και μ' έναν μυστηριακό τρόπο τούς ανταπέδιδε τον έρωτά τους σε ώριμους καρπούς. Κι όπως όλοι οι έρωτες έτσι κι αυτός είχε διακυμάνσεις. Ανείπωτες χαρές, μα και αβάσταχτες λύπες. Χαρές στην καλή σοδειά, και λύπες στην ανάποδη, την κακή χρονιά.

Παιδί εγώ κι ανυποψίαστο παρακολουθούσα το Γιάννη να επιδίδεται, ασυναίσθητα σίγουρα, σ' αυτή την ερωτική σχέση με τη γη. Έσκαβε, όργωνε τα σπλάχνα της. Τα 'βγαζε στην επιφάνεια, στη λυτρωτική επίδραση τού ήλιου. Στα στιβαρά του μπράτσα ο κασμάς και το τσατάλι αναστέναζαν. Ο ιδρώτας έσταζε ποτάμι από το πρόσωπό του. Στόχος το σκληρό χώμα να δουλευτεί πολλές φορές, να γίνει αφρός.

Σ' αυτό τον αφρό θα δημιουργούσε ο πατέρας μακρόστενα αυλάκια για να φυτέψει τα φυτά του. Τ'  αυλάκια  είχαν  μια μικρή

κλίση προς το κάτω μέρος του κήπου για να μπορούν να ποτιστούν με φυσική ροή. Το μέγεθος τού «ώμου» ανάμεσά τους ήταν ανάλογο με τα φυτά που θα φύτευε. Εκείνα που κλάδωναν και φούντωναν ήθελαν μεγάλο "ώμο", τ' άλλα μικρότερο. Στην κοίτη τους έριχνε "δαμασμένη" κοπριά και τη δούλευε καλά με το χώμα. Σ' αυτά τ' αυλάκια άνοιγε μικρούς λάκκους και φύτευε τα νέα φυτά. Στην κοίτη τών αυλακιών κανένας δεν έπρεπε να πατήσει. Μόνο πάνω στους ώμους.

Ο "ποτιστής" ήταν ο αγωγός τής εποχής. Σε πολλούς κήπους, μάλιστα, εξακολουθεί να είναι ακόμη. Μετέφερε το νερό από τη στέρνα στον κήπο και στη συνέχεια σε καθένα από τα αυλάκια. Το πότισμα άρχιζε από το πρώτο αυλάκι. Οι "κόφτριες" έπαιζαν το ρόλο αμφίδρομου διακόπτου που επέτρεπε την είσοδο τού νερού στο αυλάκι που ποτιζόταν και ταυτόχρονα απέτρεπε τη ροή τού νερού στον ποτιστή και στα υπόλοιπα αυλάκια. 'Οταν το αυλάκι ποτιζόταν η κόφτρια έκλεινε την είσοδό του και το νερό, πάντα με φυσική ροή, οδηγείτο με την ίδια τεχνική στο επόμενο αυλάκι. Τη διαδικασία αυτή ακολουθούσε για όλα τ' αυλάκια μέχρι να ποτιστεί όλος ο κήπος.

Το πότισμα δεν ήταν η μόνη περιποίηση τού κήπου. Κατά καιρούς ήθελε σκάλισμα, σερμπέτιασμα, ξεχορτάριασμα κι άλλες φροντίδες που τις πρόσφερε αγόγγυστα ο πατέρας γιατί την αγαπούσε την κηπουρική.

Ας γυρίσουμε, όμως, σ' εκείνη την ηλιόλουστη μέρα τού Μάρτη στον κήπο μας, στου "Ρούκλο", όπου ο Γιάννης πάλευε με το χώμα κι εγώ ή τον χάζευα, βομβαρδίζοντάς τον με χιλιάδες ερωτήσεις ή προσπαθούσα να τον μιμηθώ κρατώντας μια μυτερή πέτρα και προσπαθώντας μ' αυτήν να σκάψω το χώμα.

Κάποια στιγμή η υπομονή μου τελείωσε. Μα πιο πολύ φαίνεται ότι είχε τελειώσει η υπομονή τού Γιάννη, που τον είχα ζαλίσει, και σίγουρα θα μετάνιωσε που με πήρε μαζί του.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios