Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 6ος, ΤΕΥΧΟΣ 25, Μάϊος - Ιούνιος- Ιούλιος 2001)

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Ετσι μόλις εκδήλωσα την επιθυμία να γυρίσω στο μαγαζί μόνο που δεν πέταξε από την χαρά του. Πέταξε τα σύνεργα τής δουλειάς του κι ήταν έτοιμος να με συνοδεύσει στο τσαγκαράδικο.

Για να φανώ στα μάτια του μεγάλο ... αντράκι τον διαβεβαίωσα πως θα τα καταφέρω μια χαρά να πάω στο μαγαζί και χωρίς τη συνοδεία του. Ο Γιάννης, θες γιατί μ' είχε βαρεθεί, θες γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη σειρά τής δουλειάς του μ' άφησε να γυρίσω μόνος μου. Μ' έβγαλε στο μονοπάτι, με παρακολούθησε όσο που μ' έβλεπε κι ύστερα γύρισε στο έργο του.

Μόνος, και δίχως καμιά επιτήρηση, πήρα το δρόμο τής επιστροφής. 'Οταν έφτασα στο λαγκάδι τού βορινού γύρισα κι έριξα μια κλεφτή ματιά στο απαγορευμένο μέρος, το ταγάρι. Το νερό είχε ξεχειλίσει κι έτρεχε από τα πανώχειλά του. Για μια στιγμή αμφιταλαντεύτηκα. Η εντολή τού πατέρα ήταν σαφής και αυστηρή. "Όχι στο ταγάρι". Άν έβρεχα τα ρούχα μου σίγουρα θα εισέπραττα παρά μία τεσσαράκοντα. Ο πατέρας δεν αστειευόταν. Η εικόνα όμως, τού ξέχειλου ταγαριού ήταν μια πρόκληση για τον περίεργο διαβολάκο που πάντα έκλεινα μέσα μου.

Τελικά, ο διαβολάκος υπερίσχυσε τής πατρικής απαγόρευσης και να 'μαι στη βάση τού ταγαριού να προσπαθώ ν' ανοίξω το στόμιο του για να πεταχτεί μ' ορμή το νερό. Διαδικασία που έκανε ο πατέρας μου κάθε φορά που πότιζε τον κήπο. 'Ελα, όμως, που στο στόμιο ήταν καλά σφηνωμένη μια παλιά λινάτσα (οι ... βάνες τής εποχής) κι έτσι όπως είχε βραχεί και φουσκώσει ήταν αδύνατο να βγει από τ' αδύναμα παιδικά μου χέρια. 'Οσες προσπάθειες κι αν έκανα όλες απέτυχαν.

Εγκατέλειψα, λοιπόν, το αρχικό μου σχέδιο και άρχισα να σκέφτομαι άλλους τρόπους να ελευθερώσω το νερό. Το ταγάρι είχε ένα ακόμη στόμιο στο πάνω μέρος του. Παλιά, τότε που το χρησιμοποιούσαν για την παραγωγή σούμας (ρακιού) απ' αυτό το

στόμιο συγκέντρωναν το απόσταγμα και το υγροποιούσαν. Από τότε που έπαψε να χρησιμοποιείται γι' αυτό το σκοπό έμενε πάντα κλειστό. 'Ηταν βουλωμένο με τον ίδιο τρόπο. Με μια μοιραία διαφορά, Τη λινάτσα στο πάνω στόμιο ο πατέρας μου την είχε τοποθετήσει από το μέσα μέρος. Το μικρό μου ανάστημα δεν ήταν αρκετό για να τη φτάσω. Αποφάσισα ν' ανεβώ στα χείλη τού ταγαριού για να πετύχω το σκοπό μου.

Δεξιά είχε ένα μικρό ανάχωμα. Σκαρφάλωσα και να 'μαι γονατιστός πάνω στο ταγάρι, να τραβώ με όση δύναμη είχα το κουρέλι για να ελευθερώσω το στόμιο. Τα μούσκλια που σκέπαζαν τα χείλη του, έτσι καθώς είχαν βραχεί, γλιστρούσαν πιο πολύ κι από πίστα παγοδρομίου. Μόλις, λοιπόν, το κουρέλι υποχώρησε έχασα το σταθερό στήριγμα τών χεριών μου και γλίστρησα μπροστά.

'Ενας μικρός πλαταγισμός ακούστηκε μόνο. Με μια θεαματική βουτιά βρέθηκα μέσα στα παγωμένα νερά του. Το παγωμένο νερό μου 'κοψε την ανάσα. Καθώς βρέθηκα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω έχασα τον κόσμο. Το αίσθημα αυτοσυντήρησης μ' έκανε, άγνωστο πώς, να γυρίσω ίσια. Κατέβαλα απεγνωσμένες προσπάθειες να πιαστώ από τα χείλη τού ταγαριού για να βγω. Μάταιος κόπος όμως. Η γλοιώδης επιφάνεια δεν ήταν ότι καλύτερο για τα μικρά κι αδύναμα χεράκια μου που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να γαντζωθούν από κάπου. Να πιάσουν τη ζωή απ' τα μαλλιά, να την κρατήσουν.

'Ηταν περασμένες δώδεκα. Ψυχή δεν περνούσε για να με βοηθήσει. Μόνο ο Γιάννης τού Σίμο (Σιταράς), μικρό παιδί κι αυτός, πέρασε. Βρήκε το θέαμα πολύ διασκεδαστικό.

-Όλι!!!, ένας μικρός που κολυμπά μεσ' το ταγάρι, έκανε το σχόλιό του και προσπέρασε.

'Οσο περνούσε η ώρα τόσο το κρύο άρχισε να με προπαίρνει. Τα χειμωνιάτικά μου ρούχα πότισαν νερό,  βάραιναν,  με  τραβούσαν

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios