Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 6ος, ΤΕΥΧΟΣ 25, Μάϊος - Ιούνιος- Ιούλιος 2001)

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

στο πάτο.

Μ' όση δύναμη είχαν τα παγωμένα παιδικά μου πνευμόνια φώναζα «Γιάννη!, Γιάννη!» Να μ' ακούσει ο Γιάννης ο Τακτικός από τον κήπο και με βγάλει. Μα δεν υπήρχε ελπίδα καμιά.

Τις αδύναμες φωνές μου, που δεν άκουσε ο Γιάννης, τις άκουσε η θεία μου η Ευγενία. Εκείνη την ημέρα είχε μπουγάδα και δεν πήγε στα χωράφια. Συνήθιζε, σαν ήταν καλός ο καιρός, να βάζει τη σκάφη της στο "σκαλάκι" έξω από το σπίτι της, πάνω από το φούρνο τού Νικολή. Από 'κεί εύκολα μπορούσε ν' ακούσει τις φωνές μου. Σαν κατάλαβε πως κάποιο παιδί έπεσε στο ταγάρι και κινδύνευε να πνιγεί, έβαλε φτερά στα πόδια της.

Ξεπνοησμένο μ' ανέσυρε απ' το ταγάρι, και μ' έσωσε. Ο επίλογος γράφτηκε κοντά στο τζάκι όπου μ' έβαλαν να στεγνώσω και να συνέλθω. Με πότιζαν ζεστά, μού 'τριβαν τα χέρια και τα πόδια με οινόπνευμα μέχρι να «συνεπάρω».

Στον πατέρα μου τα «καλά» μαντάτα τα 'φτασε η Αργυρώ, η ξαδέλφη μου.

-Θείε!, θείε!, ο Πέτρος επήε στο ταγάρι κι έγινε μούσκεμα.

Ο πατέρας πήρε τα σύνεργα τού σωφρονισμού, (ένα βεργαράκι αγριελιάς) και ανέβαινε στο σπίτι με σκοπό να με επαναφέρει οτην ...τάξη. Μόνο σαν είδε το χάλι μου ανέστειλε γι' αργότερα το σωφρονιστικό του έργο.

Αφιερωμένο στη μνήμη τής θείας Ευγενίας Ν. Κοτσάτου, - που πρόσφατα έφυγε από κοντά μας- χωρίς την επέμβαση τής οποίας αμφιβάλλω αν υπήρχε σήμερα κανείς που να γνώριζε την ύπαρξή μου

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios