Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 6ος, ΤΕΥΧΟΣ 26, Aύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2001)

 Προσφορά Μνήμης

της Ευγενίας Βορριά-Ασλανίδου

Ως οικογένεια μια φορά μονό ευτυχήσαμε μα είμαστε επίτροποι στην εκκλησία. Η συχωρεμένη η μάνα μου, ποτέ δεν είχε καιρό για τον Αη Γιάννη. Και τις Κυριακές ή γιορτές πάντα στο «Δι' ευχών» προλάβαινε, προς μεγάλη θλίψη των γιαγιάδων μου, αλλά όχι και τού πατέρα μου, που είχε κέρδος το κερί, και το ...δίσκο.

Ιδιαίτερα τις ημέρες τών μεγάλων εορτών ή τού πανηγυριού, που η εκκλησία χρειαζόταν πολλά χέρια (ευτυχώς τότε περίσσευαν), η μητέρα μου ήταν πάντα πελαγωμένη.

Όταν μεγάλωσα βέβαια, την κατάλαβα και την δικαιολόγησα ... εν μέρει. Το σπίτι μας ήταν φάτσα στην εκκλησία, κόσμος πήγαινε κι ερχόταν και απ' έξω και από μέσα. Ακόμα και μια απλή Κυριακή δεν μάς έλειπαν οι επισκέψεις, μετά τη λειτουργία. Πόσο μάλλον στο πανηγύρι, που το σπίτι μας γινόταν κέντρο διερχομένων κυριολεκτικά. Κόσμος και κοσμάκης, πολλούς από τους οποίους δεν ήξερα, έμπαινε από την πάνω πόρτα, άλλαζε τα παπούτσια του σε μια γωνιά κι έβγαινε από την κάτω, θαυμάζοντας την νοικοκυροσύνη της κυρά-Μαρίας, για την οποία, πιστεύω, ότι και ο πατέρας μου ήταν υπερήφανος, κι ας γκρίνιαζε πως θέλαμε πιο πολλά για ασβέστη παρά για ρύζι και ζάχαρη.

Κι εγώ καμάρωνα για τη νοικοκυροσύνη της μάνας μου, κι έχω πολλά ωραία να θυμάμαι απ' τα νυχτέρια της κάθε καλή ημέρα, για να μάς στείλει στην εκκλησιά, τού ...κουτιού.

Δεν ήμουν όμως, καθόλου ικανοποιημένη από την κοινωνικότητα της. Το έφερα βαρέως που δεν είχα μια μάνα στα μέσα και στα έξω στην εκκλησιά, να κωλο-τρίβομαι και εγώ γύρω της, να μη με πετάει κανένας εξω απο το κελί, επειδή μπλεκόμουν στα πόδια του.

Ώσπου κάποια στιγμή μετά από αμέτρητες συζητήσεις, και ισάριθμα «όχι» της μάνας μου, αναλάβαμε επίτροποι.

Η Ευτυχία μου δεν περιγραφότανε. Μπαινόβγαινα όποτε ήθελα στην εκκλησία, έμπαινα στο ιερό, φυσούσα το σίδερο ν' ανάψουν τα κάρβουνα, κάθε  που σιδέρωναν τις φορεσιές της, έφτιαχνα  τα

λουλούδια στα βάζα, πότιζα τα παρτέρια, βοηθούσα και στο σκούπισμα τού αυλόγυρου πρόθυμα. Ποιος, εγώ, που έκλαιγα τα πύρινα μου όση ώρα σκούπιζα τους δρόμους του σπιτιού μας, τών κατωγιών, τών στάβλων (πόσους πολλούς δρόμους είχαμε Χριστέ μου!).

Εκείνο βεβαίως, που με έκανε ακόμη πιο ευτυχισμένη, είναι ότι στο πανηγύρι κανένας δεν με πετούσε έξω από το κελί. Μ' άρπαζε βέβαια, καμιά φορά η μάνα μου από το τσουλούφι (η ... αδυναμία της ήταν τα μαλλιά μου) και με κάθιζε με το ζόρι στη γωνιά, αλλά εξω δεν με πετούσε.

Προφανως, Θα μου είχε συμβεί κάποια φορά για να το φέρω ακόμα μέσα μου σαν παιδικό τραύμα....

Η κορύφωση της ευτυχίας μου, που επιτέλους ήμασταν κι εμείς επίτροποι, ήρθε απ' αλλού. Για την ακρίβεια, από εκεί που δεν το περίμενα.

Δεν ξέρω με ποιαν αφορμή -υποθέτω για ευκολία-από ένα σημείο και πέρα και για πάρα πολλά χρόνια αργότερα, ακόμα κι όταν είχε λήξει η θητεία μας στην επιτροπή τής εκκλησίας, το κλειδί τού ναού -ένα μεγάλο μαύρο κλειδί- φυλασσόταν στα ανωφράγια τής καλής μας πόρτας.

Πάνω-πάνω η πόρτα είχε ένα τζαμάκι, που χρησίμευε για φεγγίτης κι από εκεί εγώ φχαριστιώμουν να βλέπω το κλειδί τής εκκλησίας «μας», να βλέπω το χέρι τού παπά «μας» -τού αξέχαστου παπά-Βασίλη - να απλώνεται να πιάσει το κλειδί, ν' ακούω τα βήματα του καθώς ανέβαιναν στη σκάλα μας.

Δεν θυμάμαι πια αν ήταν τα βήματα του στη σκάλα που με ξυπνούσαν το πρωί, ή αν ξυπνούσα επίτηδες νωρίς για να τ' ακούσω, εκείνο που ξέρω είναι ότι τα πρωινά μου είχαν αποκτήσει νόημα και προοπτική.

Πολύ συχνά ο παπά-Βασίλης, καθώς έπαιρνε το κλειδί, φώναζε και τον αδελφό μου να πάει να τον βοηθήσει στην εκκλησία ή σε κάποιο ξωκλήσι. Αν ζήλεψα  κάτι ως  παιδί  ήταν την δυνατότητα


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios