Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 6ος, ΤΕΥΧΟΣ 26, Aύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2001)

 Προσφορά Μνήμης

της Ευγενίας Βορριά-Ασλανίδου

που είχαν τα αγόρια να βοηθούν τον παπά, κάτι που δεν επιτρεπόταν στα κορίτσια.

Κάποια φορά, δεν ξέρω για ποιο λόγο, ο Κωστής δεν μπορούσε να πάει μαζί του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πετάγομαι απάνω και προσφέρω τον εαυτό μου.

«Να 'ρθω εγώ, θείε παπά;»

Υποθέτω ότι θα είχε μεγάλη ανάγκη για να μου πει το ναι, γιατί δεν έδειχνε και ευχαριστημένος από τη... βοηθό.

Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που εκτελούσα με τόση χαρά πρωινό θέλημα (όχι πως τα βράδια ήμουν περισσότερο πρόθυμη) αλλά δεν ήταν η τελευταία.

Πολύ συχνά τα πρωινά, τις καθημερινές κυρίως, γιατί τη σκόλη υπήρχαν πολλά διαθέσιμα αγόρια, ο παπά-Βασίλης μ' έπαιρνε μαζί του είτε στον Αη-Γιάννη, είτε στα ξωκλήσια. Είχα μάθει όλα τα κατατόπια απ' έξω κι ανακατωτά στο ιερό, έκανα και ...πρόβες πως πιάνουν τη λαμπάδα, ήμουν έτοιμη πια να ντυθώ κι εγώ παπαδάκι, όπως τα αγόρια, στις μεγάλες γιορτές.

Αλίμονο, όμως!

Όσο περνούσε ο καιρός αντί να πληθαίνουν τα καθήκοντα μου, αραίωναν, ώσπου κάποια στιγμή ο καλός μου παπά-Βασίλης δε με ξαναχρειάστηκε πια.

«Είσαι μεγάλη για να μπαινοβγαίνεις στο ιερό», ήταν η απάντηση τής μάνας μου, όταν τη ρώτησα.

Για κάμποσο καιρό, κρατούσα μούτρα τού παπά-Βασίλη, κι όταν κάποια φορά μού ζήτησε ν' ανέβω να τού κατεβάσω το κλειδί, τού απάντησα με αυθάδεια, να πάει να το πάρει μοναχός του.

Τα χρόνια πέρασαν, η πόρτα τού σπιτιού μας, έπαψε να «φιλοξενεί» το κλειδί τής εκκλησίας, κι όσο κι αν στο παιδικό μου μυαλουδάκι ήταν μια απώλεια αυτό, πολύ σύντομα ήρθε μια άλλη, πιο μεγάλη απώλεια που την ένιωσα ως τα κατάβαθα τής ψυχής μου και με ακολουθούσε για χρόνια μετά.

Ήταν η αναχώρηση τού παπά-Βασίλη από το χωριό και από την εκκλησία.

Ήμουν στη δύσκολη ηλικία τής εφηβείας, ήθελα έτσι κι αλλιώς να φύγω από το χωριό, όχι τόσο για να είμαι ανάμεσα σ' εκείνους που φεύγουν, όσο για να είμαι ανάμεσα σ' εκείνους που επιστρέφουν τα καλοκαίρια, και η απουσία τού αγαπημένου γέροντα παπά, σκόρπισε θαρρείς μια ορφάνια γύρω, και δυνάμωσε την απόφαση μου να φύγω.

Αν υπάρχει κάποια περίοδος στη ζωή τού ανθρώπου, που νιώθει πως δεν αγαπά τον τόπο του, για μένα ήταν οι περίοδοι τής εφηβείας και τής πρώτης νεότητας. Ύστερα ήρθαν τα παιδιά μου, που λάτρεψαν το χωριό και μέσα απ' αυτά το ξαναγάπησα κι εγώ.


Ο παπα Βασίλης

Ο παπα Βασίλης ήταν ίσως ο μόνος ιερέας
που είχε κορίτσι για παπαδοπαίδι.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios