Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 30, ’υγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2002)

ΕΝΑΣ ΜΕ ΜΑΣ..Ένα χωριό, μια απέριττη εκκλησιά, ένας απλοικός παπάς. Ο Θεός χαμογελάει

Μέλια

Είχε τελειώσει τη παράκληση. Κάθεται στην ταβέρνα τού χωριού και συζητάει με τους χωριανούς. Ανάμεσά μας. 'Ενας με μάς. Η μακριά γκρίζα γενειάδα του ακουμπάει στο στήθος του και μοιάζει σα να ξεκουράζεται εκεί, σα να μετράει τις ανάσες του. Δε φοράει το καλυμμαύκι του και ξεχωρίζεις πως τα μαλλιά του πίσω είναι πιασμένα κοτσάκι. Είναι ήρεμος. Δείχνει μονάχα κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Και πως να μην είναι; Και την εκκλησιά φροντίζει με το παραπάνω και τα χωράφια του πρέπει να νοιαστεί. Όλη μέρα στο πόδι. Είναι και οι λειτουργίες στα ξωκκλήσια...

o παπά Παναγιώτης

Ο παπά Παναγιώτης, ένας απλοικός παπάς το χαμόγελο του Θεού στην γή.


Κοιτάζω τα σκονισμένα του παπούτσια, τα τραχιά του χέρια και νοιώθω να κατακλύζομαι απο ένα σωρό συναισθήματα. Σεβασμό, αγάπη, τρυφερότητα. Στην πόλη δεν συνηθίζω να το κάνω αυτό. Όμως, τώρα νοιώθω την ανάγκη να σκύψω να του φιλήσω το χέρι.  Ίσως  γιατί  τα  χέρια  των  ιερέων της επαρχίας κρατάνε την

εκκλησιά ορθή. Την κρατάνε ψηλά.

Απλοί και απέριττοι, δίχως φανφάρες και βαρύγδουπες δηλώσεις. Το Θεό τον κουβαλάνε μέσα τους. Το Χριστό τον αποτύπωσαν στα πολυκαιρισμένα ράσα τους. Γιατί να μιλήσουν, γιατί να πείσουν. Η παρουσία του Θεού που πρεσβεύουν, Θεού καλοσύνης κι απλότητας, ξεπροβάλει στο βλέμμα τους, στις κινήσεις τους, στο χαμόγελό τους. Πολλοί ίσως -όχι μονάχα από τούς λαϊκούς μα και από τον υπόλοιπο κλήρο- να μην είναι άξιοι ούτε τα σκονισμένα τους παπούτσια να καθαρίσουν.

Μάς ξέρει όλους με τα μικρά μας ονόματα. Δε νοιώθεις απρόσωπος μπροστά του, δεν νοιώθεις ξένος. Σε καλωσορίζει, ρωτάει, νοιάζεται, αστειεύεται. 'Οχι δεν είναι απόμακρος, είναι οικείος και προσιτός χωρίς αυτό να καταλύει το σεβασμό σου για κείνον.
- Πότε ήρτες, με ρωτάει;

- Προχτές.
- Προψές; Δεν το ξερα! Δε σε είδα στην εκκλησιά.

Όλο το αίμα ανέβηκε στα μάγουλά μου. Δε με μάλωσε, δε με επέκρινε, δε με συμβούλεψε. Όμως, εγώ την άλλη μέρα ήμουν από τούς πρώτους στην παράκληση.

Καθώς τον ακούω να ψέλνει με τη βραχνή χαρακτηριστική φωνή του νοιώθω πως η καρδιά μου γαληνεύει. Ίσως και να'ναι η εκκλησιά, ο Αη Γιάννης που με γυρνάει πίσω, σε παιδικά βιώματα. Τότε που οι εικόνες Του μού ψιθύριζαν χίλια δυο λόγια.

Πλάι στην εικόνα βάζα με λουλούδια που 'χουν 'φέρει οι νοικοκυρές τού χωριού μας από τα σπίτια τους. Και μπροστά στην εικόνα ένας κεντημένος σταυρός. Τα πάντα φροντισμένα μ' αγάπη.

Ο παπάς μνημονεύει τα ονόματα όλων μας. Θαρρώ πως πια τα 'χει μάθει απ' έξω. Πίσω μου ακούω σχόλια θαυμασμού και επιδοκιμασίας.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios