Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 31, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2002 - Ιανουάριος 2003)

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΟΥΡΟΥΝΙΩΝ'Ωρα Μηδέν

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Ηταν απομεσήμερο Και σιγή απόλυτη βασίλευε παντού. Ακόμα κι' η πόρτα τού μικρού καφενείου ήταν ασφαλισμένη. Το ρολόι μοναχά τ' Αη-Γιαννιού, κάθε μισάωρο τάραζε με τον αχό του τη γαλήνη τού τοπίου. Καθισμένος κάτω απ' τις βαθύσκιωτες ακακίες το βλέμμα άθελα αναμετρούσε το ρημωμένο σχολειό. Τότες με δίχως πρόθεση, κόλλησεν η καρδιά πυρπολικό στη μνήμη. Κίνησε το λοιπόν η θύμιση να ζωντανέψει τις σκιές και τις φωνές τού παρελθόντος.

Κι' ευθύς, ξεχύθηκαν καταμπροστά αγόρια με κοντά πανταλονάκια και γρατζουνισμένα γόνατα. Αγέλη, που με λύσσα κυνηγούσε μια παμπάλαια μπάλα ποδοσφαίρου. Τρέχανε με βαρβαρικούς αλαλαγμούς σα σε πολεμικό γιουρούσι. Θυσία ο ιδρώτας και το αγκομαχητό για τη χαρά τού παιγνιδιού. Και δίπλα τα κορίτσια με πλεξίδες τα μαλλιά, που χρύσιζαν στον ήλιο, και με φουστάνια καθαρά να παίζουν το κουτσό. Πιο πέρα κάποια κάνανε κούνια και τ'άλλα στη τραμπάλα ακροβατικά. Συναυλία τα χαρούμενα ξεφωνητά και πότε κάποια κλάματα σηκώνονταν στον αγέρα. Κι' εκεί, που δεν περίμενε κανείς, νάσου ο εχθρός τού μαθητή, τού κουδουνιού ο ήχος. Σημάδι αόρατο, πως το παιχνίδι παίρνει τέλος.

Ιδού! Ο κύριος Ασωματιανός ορθός στο κεφαλόσκαλο καπνίζει περιμένοντας. Πιο πίσω η κυρία Κεντρωτά. Να και ο κύριος Μότσης, που καθαρίζει τα γυαλιά, του. Ίσως νάταν κι' οι άλλοι δάσκαλοι εκεί, απ' όλοuc τους καιρούς και τις χρονιές, θαρρώ πως τις φωνές τους άκουσα. Κινήσανε λοιπόν οι μαθητές, άλλοι χαρούμενα κι' άλλοι βαριεστημένα, να πάνε για τις αίθουσες. Και ήταν όλοι τους εκεί, μεγάλοι και μικροί. Δάσος τα κοντοκουρεμένα κεφαλάκια. Μπροστά οι μεγάλοι σαν το Σωτήρη και το Σαραντή. Κι' ακόμα  ο Γιάννης με τον  Παντελή. 'Υστερα  η

 

Δέσποινα, η Μαρία, η Πόπη και η Ευγενία. Κι' ακολουθούσαν οι πιο μικροί. Ο Παναγιώτης κι η Αργυρώ, ο Γιάννης και η Παρασκευή, ο Πέτρος και ο Βασίλης! 'Ηταν όλοι τους εκεί. Κι' αυτούς ακόμα που δεν είδα τις φωνές τους στον αγέρα αφουγκράστηκα.

Διαβαίνοντας το κεφαλόσκαλο, το γραφείο των δασκάλων αντικρίζω. Κι' αμέσως η ματιά στη δεξιά την αίθουσα περνά Ιδού! Οι βαθύ-μπλε κουρτίνες τής αυλαίας και ο τεράστιος χάρτινος αρχάγγελος παραδίπλα, ξεπρόβαλαν στο βάθος. Να οι σειρές τα πράσινα διθέσια θρανία! Τώρα, σειρά έχει η αίθουσα στ' αριστερά. Το μάτι αχόρταγα αγκαλιάζει τον τοίχο με τούς ήρωες που δέσποζαν από ψηλά Σε μια γωνιά η έδρα τού δασκάλου και δίπλα της ο χάρτης τής Ελλάδας. Σειρές κι' εδώ τα πράσινα θρανία και γνώριμες παιδιάστικες μορφές. Μα ξαφνικά, σφυριγματιά αυτοκινήτου με γύρισε ξανά στο μελαγχολικό παρόν. Τότες, είδα το κτίριο μέσα στην ερημιά του.

Η αίθουσα στα δεξιά, θυμίζει τόπο αναίτια ρημαγμένο. Πλήθος τα σκόρπια πράγματα. Κι' ανάμεσά τους βιβλία και τετράδια Τα δικα μας βι~λία και τετράδια! Οι σοβαδες ανασηκωμένοι κι' άλλοι πεσμένοι απ' την υγρασία. Η αίθουσα στ' αριστερά, η έδρα τού τοπικού συλλόγου, κάπως καλλίτερα παρουσιάζεται. 'Ομως σε γενικές γραμμές, παράθυρα, σκεπή και πόρτα αφήνουν μάλλον μ' ευκολία τα στοιχεία τής φυσης να μπαίνουν στο κτίριο. Τέλος, η πρόσοψη με τη βεράντα και τη σκάλα κι' αν είναι σε κατάσταση πέρα για πέρα θλιβερή. Τούτο το οίκημα δε μοιάζει με παιδική φωλιά, που μάθαιναν σ' αυτό να συλλαβίζουν τη γλώσσα τού Ομήρου και τού Σοφοκλή. Που μάθαιναν σ' αυτό να απαγγέλουν. "Για τού Χριστού, την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία".  Αυτή   λοιπόν   με   λίγα   λόγια   είναι   η   σημερινή


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios