Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 27, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2001 - Ιανουάριος 2002)

Αστραφτερά λαμπιόνια κι ασήμαντες πεντάρες 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Η παιδική μας περιέργεια ξεπερνούσε τους φόβους για τα καλικαντζαράκια και τα αερικά και με τις ερωτήσεις μας στρέφαμε τη συζήτηση σε πιο ενδιαφέροντα και ...επωφελή πράγματα. Στα κάλαντα. Ποια λέγανε, πότε τα λέγανε, τι βγάζανε τα παιδιά, βροχή οι ερωτήσεις μας. Πιάνεται από την τελευταία η θεια Αφροδίτη και συνεχίζει.

«Τι να βγάλουνε παιδιά μου από φτωχούς ανθρώπους που τους έλειπε ακόμη και το ψωμί... Πενταροδεκάρες, που κι αυτές με δυσκολία τις οικονομάγανε...Σκληρά, μα όμορφα χρόνια...»

«Τα παιδιά ανήμερα τα Χριστούγεννα μα κυρίως την Πρωτοχρονιά, μετά την εκκλησιά εγίνουνταν παρέες-παρέ-ες, τέσσερα-πέντε παιδιά και γύριζαν τα σπίτια του χωριού. Αντιλαλούσαν τα καντούνια του απ' τις φωνούλες τους.»

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψηλή μου δεντρολιβανιά.

Κι αρχή καλός μας χρόνος εκκλησιά με τ' Άγιο θρόνο...

«Κι είχε παιδιά τότε. Πολλές φορές περίμενε η μια παρέα να τελειώσουν οι πρώτοι για να τα πουν... Κι από σπίτι σε σπίτι άλλαζαν τα παινέματα ανάλογα με την κατάσταση του κάθε νοικοκυρού. Άρχιζαν με το:

Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει

Κι ο νοικοκύρης κι η κυρά χίλια χρόνια να ζήσει

ή με το:

Εσένα αφέντη πρέπει σου καρέγλα βελουδένια

Για ν' ακουμπά η μέση σου η μαργαριταρένια»

Και συνέχιζε να μας αραδιάζει παινέματα για τη νοικοκυρά, την κόρη το γιο τους ξενιτεμένους λες κι ήταν παιδί η ίδια κι έλεγε εκείνη τα κάλαντα.

«Πολλά 'παμε τ' αφέντη μας ας πούμε της κυράς μας
Κυρά ψιλή, κυρά λιγνή, κυρά γατανοφρύδα
Που 'χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
Και του κοράκου το φτερό έχεις γατανοφρύδα
Πολλά 'παμε και της κυράς ας πούμε και στην κόρη
Έχεις και κόρην έμορφη το μήλο της Ευρώπης

Το μήλο της ευγένειας και της μεγαλειότης
Πολλά 'παμε της κόρης μας ας πούμε και του γιου μας
Έχεις και γιο και μονογιό και γιον εις το κοντύλι
Να το αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.»

«0 γέρο Γιάγκος, ο προπάππους τούτων των Σιταράδων, είχε ένα γιο διαβολόπαιδο. Μια χρονιά, το λοιπόν, στα κάλαντα του 'παν τα παιδιά ευτό το τσάκισμα από τα παινέματα για το γιο του. Κι ο γέρος γυρίζει και τους λέει: Να βάλει φέσι, να γίνει δηλαδή Τούρκος, μπορεί, πετραχήλι αποκλείεται.

«Τα κάλαντα τέλειωναν πάντα με το:

Για δώστε μας τον πετεινό για δώστε μας την κότα

Για δώστε μας πέντε 'ξη αυγά να πάμε σ' άλλη πόρτα.

Γύριζαν όλη μέρα. Πήγαιναν σ' όλα τα σπίτια. Μονάχα σε 'κείνα που 'χαν πένθος δεν πήγαιναν. Και τι μάζευαν;
Πέντ'- έξη δραχμούλες, άντε δέκα το πολύ. Και τι τις έκαμναν; Μπας κι είχαμε μαγαζιά να ψωνίσουν παιχνίδια για γλυκίσματα; Πού τα δικά σας μπερεκέτια. Εκείνα αγόραζαν κάνα τετράδιο, κάνα μολύβι που δεν είχαν... Αν δεν τους τα 'περνε ο κύρης τους για να βουλώσει καμιά τρύπα...»

«Μια χρονιά, που λέτε, ο Παντελής μου, αφού ετέλειωσε τα κάλαντα με τα σπίτια του κάτω χωριού, επήε ότου παϊρή του, ότου Γιώργη του Νοτάρο, να του πει τα κάλαντα και να πάρει και το πρωτοχρονιάτικο κολύκιν του. Ε, αφού τα 'πε κουτσά στραβά του δώκαν το κολύκιν του. Μόνο που αντί για καρύδια και αμύγδαλα γύρω-γύρω στο ζυμάρι είχανε χώσει καμιά δεκαριά δραχμές. Αμύθητο ποσόν για τη εποχή!!! Φώτισε από χαρά το παιδικό του μουτράκι. Φτερά έβαλε στα πουδάρια του. Από του Πυρρού μου φώναζε!

- Ε, μάνα, ε, μάνα!!!

Εγώ είχα μαγειρέματα, εν του δωκα σημασία

- Ε, μάνα!!! 'Ελα και να δεις και να κατουρηθείς!!! Έλα, σου λέω, και να δεις και να κατουρηθείς!!!

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios