Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 27, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2001 - Ιανουάριος 2002)

Αστραφτερά λαμπιόνια κι ασήμαντες πεντάρες 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Μη μ' αρωτήσεις τι τα κάμαμε τα φράγκα... Ανάγκες εκαλύψαμε...»

Η πικρή διάθεση της, από την ανάμνηση των δύσκολων χρόνων, γρήγορα αλλάζει. Άνθρωπος χαρούμενος κι αισιόδοξος από τη φύση της ξεπερνά τις δύσκολες στιγμές και μένει στις καλές, θυμάται τα μαθητικά χρόνια των παιδιών της, τις ζαβολιές τους και αναπολώντας διηγείται.

«Ο Παντελής από μικρός ήταν διαβολόπαιδο και πειραχτήρι. Και δεν το χορταίναμε με τίποτα. Σε αντίθεση με το Γιάννη μου, Θεός σχωρέσει τον, που 'ταν αγαλιάς. Κάθε πρωί τους έβραζα ένα κατσαρολάκι γάλα και τους έδινα κι από μια φέτα ψωμί. Την κόβανε μπουκιές, τη ρίχνανε στο γάλα, το ψιχώνανε και το πίνανε. 'Ελα όμως, που ο Παντελής ήθελε όλες τις μπουκιές δικές του και δεν άφηνε στο Γιάννη καμιά!

- Αυτή η ψίχα είναι δική μου, του 'λεγε.

Επήαινε να πιάσει άλλη ο Γιάννης μα του την έπαιρνε ο Παντελής.

- Κι αυτή η ψίχα είναι δική !

- Ε ποια είναι η δική μου, τον ερώταν ο Γιάννης.

- Δεν ξέρω παιδί μου, ευτές οι ψίχες είναι δικές μου. Να πας να βρεις τις ψίχες σου!

Κάθε πρωί το ίδιο βιολί. Καβγάς τρικούβερτος με κερδισμένο πάντα το μικρό, τον Παντελή. Τι τους μάλωνα, τι τους έλεγα να βουτούν ξέχωρα ο καθένας το ψωμί του στο γάλα για να μη μαλώνουν, τίποτα ευτοί. Ο Παντελής τον έπιανε με τα λίμα το μεγάλο, του 'ταζε πως θα τον αφήνει να παίρνει τις μπουκιές του μέχρι που τον εκαταφερνε να βουτήξουν μαζί το ψωμί τους. Μετά ...τον έστελνε να 'βρει τις ψίχες του...

Μα η κουβέντα που ξεστράτιζε, συχνά απ' τις μέρες των Χριστουγέννων, εξ αιτίας των αναφορών της σε αλλότρια με τις γιορτές θέματα, ξαναγύριζε πάντα σ' αυτές. Σειρά είχε η μέρα της πρωτοχρονιάς.

«Προσέχαμε την πρωτοχρονιά ήντα εκάμναμε κι ήντα ελέαμε.

Γιατί ότι κάμνεις την πρώτη του χρόνου, να το ξέρετε, θα κάμνετε όλο το χρόνο. Κλαις τη πρωτοχρονιά, θα κλαις όλο το χρόνο. Γελάς, θα γελάς όλο το χρόνο.

«Προσέχαμε ποιος θα μας κάμει το ποδαρικό, ποιος θα 'μπει δηλαδή πρώτος στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο. Πολλοί φρόντιζαν να τους κάμνουν το ποδαρικό μικρά παιδιά, που 'ναι αθώα. Άλλοι συνήθιζαν να κάμνει το ποδαρικό ο ίδιος ο νοικοκύρης ή ο πρωτότοκος γιος ή το πιο μικρό παιδί του σπιτιού. Το 'καμναν για να αποφύγουν έναν τυχαίο ποδαρικούση που μπορεί να 'ταν και χρουσούζης. Τώρα ποιος τα προσέχει ευτά!!

Τα μικρότερα παιδιά σαν έμπαιναν στο σπίτι για ποδαρικό κράταγαν μια κοτρώνα, αρκετά βαριά κι έλεγα την ευχή:

«Όσο βαριά είν' η πέτρα που βαστώ, έτσι να βαρεί και το πουγκί του νοικοκύρη».

Άλλοι πάλι βαστούσαν ένα ρούδι κι έκαμνα μιαν ανάλογη ευχή:

«Όσα σπόρια έχει το ρούδι τόσα φλουριά να 'χει και το σπιτικό σας».

«Το μεσημέρι καθόμασταν όλοι για φαγητό. Ήταν από τις λίγες φορές που 'χαμε κρέας στο τραπέζι, χοιρινό. Το γουρούνι το μεγαλώναμε γι' αυτό το σκοπό από τ'Αη Γιαννιού και το σφάζαμε παραμονές των Χριστουγέννων.

«Τ' αφεντικό του σπιτιού πριν ξεκινήσει το φαγητό έκοβε τη Βασιλόπιτα. Η Βασιλόπιτα δεν ήταν γλυκό, σαν ευτές που πουλούν εδώ, μα ένα ψωμί σαν όλα τ' άλλα, που στη μέση του βάζαμε ένα καρύδι και γύρω-γύρω αμύγδαλα. Πριν το ψήσουμε βάζαμε στο ζυμάρι και το «τορνέσι». Ο άντρας του σπιτιού πριν την κόψει έκαμνε τη ευχή «στου καλότυχου την τύχη να βρεθεί και το τορνέσι». Το πρώτο κομμάτι ήταν για το Χριστό και την Παναγιά, το άλλο για το Άγιο Βασίλη και το τρίτο τ' Αη Γιάννη. Ο Άγιος Γιάννης, βλέπετε, είναι μέλος της οικογένειας κάθε σπιτιού στα Κουρούνια. Μετά έκοβε το κομμάτι του φτωχού, του ποδαρικούση, του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, και των παιδιών  με  τη  σειρά,  ανάλογα

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios