Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 28, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2002)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΔακοκτόνοι κι' Εμπρηστές

του Γιώργου Β. Κεφάλα

το διηγήθηκε ο Γιάννης Π. Κεφάλας ή (Γιαννάι) με τον ιδιαίτερο σίγουρα τρόπο που διαθέτει.

« Ήταν Σεπτέμβρης τού 1975. Πήγαμε με τον αδερφό μου το Νικόλα στου Λια το Λάκκο. Είχαμε μαζί μας το γάδαρο τού θείου μου τού Βασίλη μα το σωμάρι ήταν τού πάππου μου τού Δημήτρη. Ο πάππους μάς είπε να προσέχομε και να μη κάτσομε καμιά φωτιά "γιατί ο δραγάτης κυνηγά κακόβολα." Φτάσαμε στο χωράφι. Αφού καθαρίσαμε κάνα δυό ελιές, λέω στον αδερφό μου, δε βάζομε καμία φωτιά να καθαρίσομε τάκα-τάκα, μήπως και προφθάσομε να πάμε πίσω νωρίς να παίξομε καμιά μπάλα. Ο Νίκος συμφώνησε.

Πράγματι βάλαμε τη φωτιά, που στην αρχή σιγόκαιε. Σαν έφτασε κοντά στην πεζούλα τού χωραφιού, φυσά ένα ελαφρύ αεράκι απ' τ' Αγαλάτου. Ξαφνικά η φλογίτσα αντριώνει και τρέχει με ταχύτητα. Σε λιγάκι παίρνει φωτιά το πλάι κι' αρχίζουν οι σπαρτοί το τσάκα-τσούκου. Τότες άρχισε να χτυπά η καμπάνα τ' Αι-Γιαννιου. Φαίνεται πως είδαν τη φωτιά απ' το χωριό. Τάχασα. Βλέπω ξαφνικά το γάδαρο να πηγαίνει δίπλα στην πεζούλα και να τεντώνει το λαιμό του. Το γαδοΰρι ήταν δεμένο και προσπαθούσε ν' αποφύγει τη φωτιά. Εκεί που τον έβλεπα σαστισμένος, δίνει ένα σαρτίδι και περνά στην άλλη μεριά πούταν ήδη καμένα. Πρόφθασε όμως η φωτιά και τον άρπαξε κάτω απ την κοιλιά του. 'Όταν τον πλησίασα μύριζε καμένο μαλλί. Φοβισμένος, τρέχω μ' ένα παγούρι που είχαμε σε μια κοντινή στέρνα να το γεμίσω για να σβήσομε τη φωτιά.

Πηγαίνοντας σ' αυτή την κατεύθυνση συνάντησα τ' Αννάκι. "Βρε μού λέει, εβάλετε φωτιά;" Ναι τής αποκρίνομαι. "Έ! κάμετε τώρα ένα τρισάγιο για να σβήσει." Με το που φτάνω στην στέρνα, σκέφτηκα τα φίδια. Που να πάω κοντά. Απαρατώ το παγούρι κι' αρχίζω τις πέτρες. Λέω, ό,τι είναι να φύγει θα φύγει μέχρι να πάω για νερό. Κάποτε γέμισα το παγούρι. Άρχισα λοιπόν να τρέχω απ' τη φωτιά στη στέρνα. Μα τι να σου κάνει ένα παγούρι. Κάθε φορά που παίρναγα κοντά απ' τ' Αννάκι ήθελε πληροφορίες για τη φωτιά.

Την ίδια στιγμή η καμπάνα βάραγε  τού  σκοτωμού.  Η  φωτιά είχε

πια περάσει δυό σκαλιά πάνω απ το χωράφι μας.

Σε λίγη ώρα έφτασε ο δραγάτης. Βγάλαμε κάτι σπαρτούς κι' αστιφίδες προσπαθώντας να την περιορίσουμε. Κατά καλή μας τύχη, ο αγέρας άλλαξε κι' έσπρωχνε τη φωτιά προς το λαγκάδι. Ο Θεός, η τύχη δε μάς είχαν εγκαταλείψει, γιατί εκτός απ' αυτό εμφανίσθηκαν και τα παιδιά απ' το συνεργείο τού ραντίσματος με τους ψεκαστήρες τους γεμάτους νερό. Οι ψεκαστές είχαν ακούσει την καμπάνα κι' έτρεξαν για βοήθεια. Κοντά σ' αυτούς εμφανίσθηκε κι' ο αστυνόμος. Όλες οι αρχές ήταν παρούσες πια. Ανάμεσα στα καμένα χωράφια έμελλε νάναι και τού αργότερα πεθερού μου Βασίλη Κατσαρού. Θυμάμαι ότι παρά τα χάλια μας αρχίσαμε αμέσως τα καλαμπούρια. Στο συνεργείο τού ραντίσματος ήταν ο Νικολής Ι. Κεφάλας, ο Βαγγέλης ο Σπανός (του Κοραή) και άλλοι. Έλεγε λοιπόν ο Νικολής πως "ο Βαγγέλης δεν ψεκάζει τους δάκους αλλά τους πνίει." Ακόμα μάς λέγανε πως θα 'ρθουνε στο δικαστήριο που σίγουρα θα γινόταν για να φωνάξουν, "Έξω οι αγωνιστές μέσα οι βασανιστές", γιατί πράγματι αγωνισθήκαμε για να σβήσομε τη φωτιά.

Αργά τ' απόγευμα αποφασίσαμε να φύγουμε, Σα φτάσαμε στο χωριό ολομούζαλοι, ο κόσμος άρχισε να μας υποδέχεται περιπαιχτικά. "Μπράβο ρε παιδιά καλά τα κατηφέρετε." Εμείς σκύβαμε τα κεφάλια μας γιατί σαν παπαδοπαίδια έπρεπε νάμαστε "τύποι κι' υπογραμμοί" όπως έλεγε κι' ο πάππους μου και όχι εμπρηστές.

Κάποτε φτάσαμε στο Φτανάδο στο σπίτι μας. Ο πάππους μας υποδέχτηκε αμίλητος. Σε λιγάκι μάς λέει," Ε! παλικάρια ήντα χαμπάρια;" Φαίνεται όμως πως ήξερε τα πάντα για τη φωτιά. Κι' αυτό γιατί τα παιδιά από το ράντισμα σα γύρισαν στο παρασκευαστήριο ν' αφήσουν τους ψεκαστήρες, τον είδαν, γιατί κι' εκείνος δούλευε σαν αγωγιάτης. Τότε ένας-ένας οι δακοκτόνοι τον πλησίαζαν και τούδιναν συλλυπητήρια, ότι δήθεν ο γάδαρος του κάηκε    στη    φωτιά.    Εκείνος    όμως    απτόητος    δεχόταν    τα

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios