Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 29, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2002)

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΥΜΑ 

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Το καράβι μας έβγαλε στην Αμμόχωστο. Ήταν Ιούλιος του 1973 και είχα ήδη υπηρετήσει τη μισή μου θητεία σαν έφτασα στο νησί. Από την Αμμόχωστο μας πήγανε στη Λευκωσία στο στρατόπεδο της ΕΛ.ΔΥ.Κ. Περνούσαμε καλά στην Κύπρο. Στην Ελλάδα όμως απαγορευόταν να γυρίσουμε με άδεια. Το σύνταγμα είχε γύρω στα οκτακόσια άτομα κι εγώ ήμουν στο λόχο διοικήσεως. Θυμάμαι πως ήταν 15 Ιουλίου του 1974. Μας είπαν πως πρέπει να βάλουμε τις καλές μας στολές και να κατέβουμε στο προαύλιο, όπου θα μας έδιναν κάποια διπλώματα ότι υπηρετήσαμε στη Κύπρο. Κι' εκεί που περιμέναμε την απονομή, έρχεται ένας αξιωματικός και διατάζει να βάλομε φόρμες και κράνη και να πάρομε τα όπλα μας. Εμείς σαστίσαμε. Σε λίγο μας είπαν πως έγινε πραξικόπημα ενάντια στο Μακάριο και πως θα μας μοίραζαν σε διάφορα κυπριακά στρατόπεδα με σκοπό να μην αντιδράσουν οι Ελληνοκύπριοι υπέρ του Μακάριου. Έτσι κι έγινε. Δεν έριξα ούτε μια σφαίρα εκείνη την περίοδο. Τότε μάθαμε κι' εμείς πως ρίξανε το Μακάριο κι' ανέλαβε κάποιος Σαμψών. Έμαθα επίσης, πως επειδή ο Μακάριος φοβόταν πως θα το δολοφονήσουν, στο αυτοκίνητο του και στο γραφείο του είχε ένα ομοίωμα του, μια κούκλα, κι' αυτός κρυβόταν. Έτσι, οι στρατιώτες της χούντας που μπήκαν στο προεδρικό μέγαρο νόμιζαν ότι σκότωσαν το Μακάριο, αυτοί όμως πυροβολούσανε την κούκλα. Μετά ο ραδιοσταθμός έλεγε πως «σκοτώθηκε ο Μακάριος» αλλά εκείνος είχε φύγει με τρόπο μυστικό για την Πάφο κι' ύστερα για την Αγγλία.

0 διοικητής μας, ένας ταγματάρχης Δελής από την Κέρκυρα, μας έλεγε πως σαν οι Κύπριοι μας ρωτούν με ποιον ήμασταν, «Μακάριο ή Γρίβα», εμείς να λέμε με κανένα.

Φτάσαμε πια στις 19 Ιουλίου του 1974. Οι νέοι είχαν έρθει να μας αντικαταστήσουν κι' εμείς έπρεπε να φύγουμε για την Ελλάδα. Στις 20 Ιουλίου μας παρέλαβε πάλι το αρματαγωγό «Λέσβος» από την Αμμόχωστο με προορισμό τον Πειραιά. 'Ήταν 11 η ώρα το πρωί και  πλέαμε  κοντά  στην  Κρήτη.   Κοιμόμουνα   εκεί  που  ήταν  τ'

άρματα, ξαφνικά έρχεται ένας φαντάρος και με ξυπνά. Την ίδια ώρα από τα μεγάφωνα του πλοίου, ο κυβερνήτης μας ανακοίνωσε ότι οι Τούρκοι έκαναν εισβολή στην Κύπρο και κατά διαταγή του Γενικού Επιτελείου έπρεπε να γυρίσαμε για να υπερασπιστούμε το νησί. Τελευταία λέξη του πλοιάρχου «καλή τύχη».

Το αρματαγωγό μας έβγαλε στην Πάφο. Κατεβήκαμε με τις ανεμόσκαλες. Καθίσαμε για λίγο σ' ένα καφενείο μ' ακούγαμε τα πολυβόλα που δουλεύανε. Ύστερα μας οτοιβάξανε σε κάτι φορτηγά και πίσω προς τη Λευκωσία. Στο δρόμο μας πλακώνει η τούρκικη αεροπορία. Αλαφιασμένοι πηδήξαμε όξω από τα φορτηγά για να σωθούμε. Αφού πέρασε αυτό, πήγαμε σ' ένα στρατόπεδο για να μας δώσουν όπλα. Τότε κάποιος λοχαγός, Τζίτζικας, μας λέει: «Προσοχή τα όπλα, γιατί θα σας τα χρεώσω!» Τι λες ρε καραγκιόζη, του λέμε όλοι, εδώ έρχονται οι Τούρκοι και εσένα αυτό σε μάρανε; Σπάμε την πόρτα της αποθήκης και βρίσκουμε κάτι κασόνια. Όταν τ' ανοίξαμε βρήκαμε όπλα διαφορετικά απ' αυτά που είχαμε εκπαιδευθεί. Ήταν όμως λυμένα. Σιγά-σιγά αρχίσαμε να τα δένουμε και προσπαθούσαμε να μάθουμε να τα χειριζόμαστε από μόνοι μας. Πήραμε λοιπόν τα όπλα μας και καταλάβαμε τις θέσεις μας πάνω σ' ένα βουνό, κοντά στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας.

Σε λίγο άρχισε ο βομβαρδισμός απ' τα τούρκικα αεροπλάνα. Ύστερα το πυροβολικό και μετά πάλι η αεροπορία. Τους κρατήσαμε τρεις μέρες με τα λιανοντούφε-κα. Στο μεταξύ γίνεται εκεχειρία και σταματήσαμε για ένα περίπου μήνα. Ενώ υπήρχε εκεχειρία και είχαμε διαταγή να μην πυροβολούμε, οι Τούρκοι την παραβιάζανε και κάθε βράδυ προχωρούσαν. Όλο αυτό το διάστημα τους είχαμε περίπου στα 500 μέτρα απόσταση. Κάποια μέρα μας στείλανε ενισχύσεις από την Ελλάδα κάπου τρεις ντακότες με λοκατζήδες. Τη μια όμως τη ρίξαμε από λάθος και πήρε φωτιά στον αέρα. Ένας μόνο σώθηκε, που αργότερα τον είδα στη τηλεόραση και ήταν από τη Θεσσαλονίκη. Αυτό έγινε κοντά στ' αεροδρόμιο, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου απ' εκεί που ήταν οι θέσεις μας.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios