Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 29, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2002)

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΥΜΑ 

του Γιώργου Β. Κεφάλα

όλοι τους πολίτες. Ύστερα ήρθε κάποιο ασθενοφόρο. Με βάλανε μέσα και με ξεφόρτωσαν, στο κρατικό νοσοκομείο της Λευκωσίας.

Στο νοσοκομείο έμεινα μια βδομάδα. Ένα νεύρο στο κτυπημένο πόδι είχε πεταχτεί γιατί το 'χε κόψει το θραύσμα. Με πονούσε επίσης το κεφάλι μου πάρα πολύ. Στο μεταξύ ήθελα να φύγω με αποστολή τραυματιών για την Ελλάδα. Όμως μία μέρα είχα τσαντιστεί με μία Κύπρια νοσοκόμα γιατί κατηγορούσε και εμένα για το πραξικόπημα ενάντια στο Μακάριο, ενώ εγώ δεν είχα ιδέα, και της πέταξα ένα ποτήρι, αλλά δεν την πέτυχα. Εμείς μωρή το κάναμε; της είπα.

Στην διάρκεια που βρισκόμουν στο νοσοκομείο, έστειλα ένα τηλεγράφημα στην Αθήνα στο σπίτι μου. Το τηλεγράφημα έγραφε «Είμαι καλά μην ανησυχείτε», τίποτε άλλο. Μετά το νοσοκομείο με στείλανε πάλι σ' ένα στρατόπεδο στο βουνό έξω από τη Λευκωσία. Τότε απεφάσισα να τηλεφωνήσω στην Αθήνα. Το τηλέφωνο το σήκωσε ο Πανάγος ο Σιταράς, ένας συγγενής μου και μόλις μ' άκουσε έκλαιγε. Τότε ζήτησα να μιλήσω με την αδερφή μου ή τους γονείς μου. Οι γονείς μου ξέρανε ότι είχα τραυματιστεί γιατί τους είχα στείλει μήνυμα με ένα συνάδελφο που είχε φύγει πριν από 'μένα, ένα δάσκαλο που του κόψανε το πόδι. Όταν ήρθε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο, μου λέει «δεν είσαι συ ο Γιάννης, ο γιος μου». Δεν πιστεύανε ότι ήμουνα εγώ. Μετά παίρνει το τηλέφωνο ο θείος μου ο Κωστής. Επέμενε κι' αυτός ότι δεν είμαι ο ανιψιός του. Τι λες ρε μπάρμπα του λέω. Κι' άρχισα να τους λέω πράγματα της οικογένειας μου για να με πιστέψουνε.

Τι είχε συμβεί; Όλοι τους νομίζανε ότι είχα σκοτωθεί. Τη μέρα που τηλεφώνησα ήταν το μνημόσυνο της μάνας μου που είχε σκοτωθεί στις 19 Ιουλίου του 1974 σε ατύχημα, γι' αυτό και ήταν όλοι τους μαζεμένοι στο σπίτι. Εγώ δεν ήξερα τίποτα για το θάνατο της μητέρας μου. Στα σαράντα λοιπόν της μάνας μου, είχε πάει ένας στρατιωτικό τζιπ στο σπίτι μας και τους είπε πως είμαι αγνοούμενος. Την ίδια μέρα το απόγευμα, εγώ έκανα το πρώτο μου

τηλεφώνημα. Σ' αυτό το τηλεφώνημα θέλησα να μιλήσω με τη μητέρα μου, αφού πείσθηκαν πως ήμουν εγώ, αλλά μου είπανε πως δεν ήταν εκεί. Πως ήτανε δήθεν σε επίσκεψη. Εγώ όμως ήμουνα σίγουρος πως κάτι κακό είχε συμβεί γιατί όλοι κλαίγανε. Την ίδια μέρα τους ξαναπήρα. Πάλι δε μου είπανε τίποτα. Όμως ήτανε πολύ στεναχωρημένοι. Καταλάβαινα ότι κλαίγανε.

Το ίδιο βράδυ στ' όνειρο μου είδα τη μητέρα μου καραφλή, χωρίς μαλλιά και με κόκκινα μάτια να κρατά την αδερφή μου αγκαζέ. Κι' οι δυο τους φορούσανε μαύρα. Στ' όνειρο μου σηκώθηκα κι' έπιασα τη μάνα μου απ' τη μέση ρωτώντας, τι έπαθε; Εκείνη τη στιγμή ξύπνησα. Την άλλη μέρα σαν πήρα τηλέφωνο, έμαθα την αλήθεια.

Τελικά, φύγαμε από την Κύπρο το Σεπτέμβρη του 1974. Πήγαμε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο όπου μου δώσανε άδεια για σαράντα πέντε μέρες. Μετά την άδεια έκανα λίγες μέρες στο Μπογιάτι και στις 24 του Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς πήρα απολυτήριο. Τι τα θες, η Κύπρος ήταν μια προδομένη ιστορία. Μετά με καλέσανέ και μου δώσανε δύο χαρτιά. Το ένα λέει πως πολέμησα και το άλλο πως υπηρέτησα».

Για περισσότερα από δέκα χρόνια ο Γιάννης ζει στα Κουρούνια μόνιμα. Εκείνο που εντυπωσιάζει είναι πως σπάνια μιλάει για την Κύπρο. Κι' όταν το κάνει περιγράφει με απόλυτη φυσικότητα τα γεγονότα. Όση ώρα μιλούσε, δεν παραπονέθηκε ούτε μία φορά. Όσοι τον γνωρίζουν έχουν αντιληφθεί πόσο αξιοπρεπής είναι. Παρόλο που έχει τραυματισθεί, ουδέποτε έχει ζητήσει αποζημίωση απο το κράτος. Προσπαθεί να επιβιώσει με μέσα πενιχρά, ζώντας ολομόναχος στο πατρικό του σπίτι. Ίσως σε ολόκληρο το νησί να μη υπάρχει άλλος, που πολέμησε τούς Τούρκους στην Κύπρο και να επέζησε, έστω και τραυματισμένος.

Αλήθεια; θα υπάρξει ποτέ κάποια μέριμνα απο τίς υπηρεσίες τού κράτους ή τής νομαρχίας ή τού δήμου; Ελλάδα ως πότε θα τρως τα άξια παιδιά σου και μετά θάνατο απλά θα χαράζεις τα ονόματά τους στα μάρμαρα απο τύψεις;

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios