Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 30, Αυγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2002)

Το τσαγκαράδικο, ο Κωνσταντάρας κι η σούμα 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Αργά, βαριά ακούστηκαν βήματα στα πέτρινα σκαλιά του τσαγκαράδικου. Κι ανάμεσα τους σκληρός ο ήχος της ξύλινης μαγκούρας, λες και κανοναρχούσε τα τρεμάμενα γεροντικά βήματα. Το μισό φύλλο απ' τη δίφυλλη ξύλινη πόρτα με το γυάλινο φεγγίτη άνοιξε κι ένας βορριάς φονιάς όρμησε μέσα στο μαγαζάκι. Η λίγη ζέστη που χάριζε το μικρό μαγκάλι με τα κάρβουνα ξανεμίστηκε και μάστορας, βοηθός κι εγώ, ο μικρός γιος του μαστόρου, νιώσαμε ένα σύγκρυο να μας διαπερνά.

Το άνοιγμα της πόρτας γέμισε με το καμπουριασμένο απ' τα χρόνια κι απ' τις κακουχίες κορμί του Κωνσταντή του Σαραντινού, του Κωνσταντάρα. Χαρακτηρισμό που πήρε δίκαια απ' το μεγάλο του κορμί. Και δεν υπήρχε κανείς που να μην το φωνάζει έτσι.

Ο γέρος δρασκέλισε το κατώφλι της πόρτας, έκλεισε το φύλλο πίσω του, για ν' αφήσει το "μουσαφίρη" όξω, όπως έλεγε, έβγαλε τον Αϊβαλιώτικο σκούφο του και στρογγυλοκάθισε σ' ένα από τα τρία μικρά ψάθινα καρέκλια που 'ταν για τους πελάτες και τους καθημερινούς μουσαφίρηδες.

Ο μικρός χώρος υποδοχής γέμισε από τις δίπλες της βράκας του, τ' ατέλειωτα πόδια του, και το ξερό, επίμονο, βασανιστικό τσιγαρόβηχα του. Παρά το βήχα του, έβγαλε απ' το θυλάκι του ένα μισό, το σάλιωσε, το πέρασε στη ξύλινη πίπα του, φτιαγμένη από τον ίδιο με ξύλο συκιάς, τ' άναψε με τη τσακμακόπετρα και ρούφηξε μ' ανείπωτη ευχαρίστηση μια βαθιά ρουφηξιά.

- Θα σε κόψει Κωνσταντάρα, μόνο κόψ' το, του 'πε ο πατέρας.

- Τόσα χρόνια δε μ' έκοψε, μωρέ Γιάννη, τώρα θα με κόψει, πού 'χω το 'να μου πόδι στο λάκκο;

Το μικρό μαγαζάκι είχε την έντονη μυρωδιά του μαστέλου -μυρωδιά βυρσοδεψείου- δυο πάγκους, ένα για το μάστορα κι ένα για το βοηθό, στοιβαγμένα καλαπόδια σε ξύλινα ράφια, χάρτινα φόντια καρφωμένα στους τοίχους, λάστιχα αυτοκινήτων που τα 'καναν σόλες στ' άρβυλα, πετσιά όρθια πίσω απ' τους πάγκους

Ο γέρο Κωνσταντάρας εδώ σε νεαρή ηλικία

Ο γέρο Κωνσταντάρας εδώ σε νεαρή ηλικία.

και αυτοσχέδια βιβλία με χνάρια, μικρά και μεγάλα, νέα και παλιά. Η ιστορία των ανθρώπων του μικρού μας χωριού γραμμένη με τ' αποτυπώματα των ποδιών τους πάνω στις σελίδες εκείνου του παράξενου βιβλίου που δεν είχε γράμματα μονάχα τις στάμπες απ' τα πέλματα μας.

Το τσαγκαράδικο ήταν ίσως το μόνο μαγαζί που δούλευε ακόμη και την εποχή των ελιών και της σποράς. Τότε που όλοι οι χωριανοί ήταν στα χωράφια για να μαζέψουν τις ελιές ή για να σπείρουν. Έτσι οι "αργόσχολοι" του χωριού κι οι ηλικιωμένοι, που δεν μπορούσαν πια να εργαστούν μαζευόντουσαν στο μαγαζί για να περάσουν τις ώρες τους. Από τους πιο τακτικούς "πελάτες" ο γέρο Γιάνναρος, κι ο Κωνσταντάρας, και σπανιότερα ο γέρο Δημήτρης ο Καρούσης, κι ο νωματάρχης ο Καραγιάννης ή κανένας χωροφύλακας.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios