Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 30, Αυγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2002)

Το τσαγκαράδικο, ο Κωνσταντάρας κι η σούμα 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Ο Κωνσταντάρας, που 'μενε πιο κοντά απ' όλους τους άλλους, ήταν ίσως ο πιο τακτικός θαμώνας. Γι' αυτό είχε αναπτυχθεί κι αυτή η οικειότητα με τον πατέρα μου κι ας είχαν αρκετά χρόνια διαφορά στην ηλικία.

Στα παιδικά μου μάτια προκαλούσε δέος η θωριά τούτου του ηλιοκαμένου γέροντα. Το οξύ διαπεραστικό του βλέμμα, που 'χε την πονηριά της αλεπούς, το σκαμμένο απ' τις ρυτίδες πρόσωπο, οι μεγάλες βράκες και τα κιτρινισμένα απ' το αρειμάνιο κάπνισμα δάκτυλα του με τ' άκοπα νύχια, με καθήλωναν. Δέος που το επέτειναν οι απειλές του κάθε φορά που 'κανα «σκανταλιές» -και δεν ήταν λίγες αυτές- πως θα μ' έχωνε μες τη βράκα του και θα με πούλαγε στους αράπηδες, και οι ατέλειωτες ιστορίες για τη ζωή του που τις είχα ακούσει πάμπολλες φορές σαν παιδικό παραμύθι, που όμως, δεν ήταν παραμύθι. Ιστορίες για τα παιδικά του χρόνια, για τις διαβολιές του, για τις εφηβικές του τρέλες, για τα δύσκολα χρόνια της ενηλικίωσης, τις αποκοτιές του, τις «παρανομίες» του, τόσο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας όσο κι αργότερα στις αποφάσεις του ελεύθερου Ελληνικού κράτους.

Ιστορίες που έχουν ξεθωριάσει με το χρόνο και το βομβαρδισμό των πληροφοριών που δεχόμαστε. Μερικές όμως, αντιστέκονται πεισματικά και μένουν στο πί-σω-πίσω μέρος του μυαλού μου. Κάθε φορά που θέλω να γίνω ξανά παιδί τις ξεθάβω από 'κεί και ξαναζώ με της φαντασίας το αμαξάκι τα παιδικά μου χρόνια.

Μια τέτοια ιστορία του γέρο Κωνσταντάρα θυμάμαι, που δείχνει τα δύσκολα παιδικά χρόνια της γενιάς του αλλά και την οξυδέρκεια του πνεύματος του.

Σαν ήταν παιδί, ένα βράδυ, όπως όλα τα βράδια, μετά από μια κουραστική μέρα στα χωράφια, είχαν καθίσει να φάνε την καθιερωμένη βραδινή τους σούπα. Η μάνα του κι ο αδελφός του ο Αλέξανδρος δεν ήθελαν ν' ανάψουν το λαδολύχναρο για να μην ξοδέψουν λάδι. Να φάνε τη σούπα τους με το φως που ανέδυαν τα κούτσουρα του τζακιού. Ο Κωνσταντάρας  σαν  παιδί

είχε τους φόβους που προκαλεί το σκοτάδι της νύχτας κι ήθελε φως.

- Ανάψτε το λυχνάρι να φάμε, παρακαλούσε μάνα κι αδελφό.

Εκείνοι όμως, υπολογίζοντας την οικονομία που θα' καναν, επέμεναν στην πρώτη τους απόφαση.

Η σούπα ετοιμάστηκε κι έτσι καυτή όπως βγήκε απ' το μαυροτσούκαλο μπήκε στην πήλινη λεκάνη στο κέντρο του μικρού τραπεζιού κοντά στο τζάκι. Από 'κεί ο καθένας έπαιρνε με το κουτάλι του για να ικανοποιήσει, όσο μπορούσε, το βασανιστικό αίσθημα της πείνας. Το ατομικό πιάτο ήταν «περιττή» πολυτέλεια την εποχή που έλειπε ακόμη και το ψωμί απ' το τραπέζι.

Κάθισαν, λοιπόν, στο μισοσκόταδο γύρω απ' το τραπέζι, έκαναν την προσευχή τους και ξεκίνησαν το δείπνο τους. Ο Αλέξανδρος είχε καθίσει απέναντι απ' τον Κωνσταντάρα κι έπαιρνε προσεκτικά από τα χείλη της πήλινης λεκάνης σούπα για να μην καεί. Έτσι όπως είχε ανοίξει διάπλατα το στόμα του για να βάλει το κουτάλι του μέσα, ο Κωνσταντάρας, που 'χε γεμίσει το δικό του από το κέντρο της καυτής σούπας το 'χωσε με ταχύτητα αστραπής στο ανοιχτό του στόμα. Το βραστό διάλυμα τσουρούφλισε τα σωθικά του Αλέξανδρου.

- Συγγνώμη βρε Αλέξανδρε, νόμιζα πως ήταν το δικό μου στόμα, απολογήθηκε" με αφοπλιστική αφέλεια ο Κωνσταντάρας.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως, στο τσαγκαράδικο εκείνη τη κρύα μέρα του Νοέμβρη.

- Ο Τσούβαλος ρεμπικάρει, δεν πάς να το βοηθήσεις, απευθύνθηκε περιπαιχτικά στο γέροντα ο πατέρας.

Εκείνος έσκασε ένα πλατύ μειδίαμα και πήρε την αφορμή που γύρευε. Άρχισε να μας αφηγείται με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία της παρασκευής σούμας στο χωριό μας, έτσι όπως την είχε ζήσει εκείνος.

- Το ρεμπικάρισμα ήταν απέ τις δουλειές που μ' αρέσανε.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios