Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 7ος, ΤΕΥΧΟΣ 30, Αυγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2002)

Το τσαγκαράδικο, ο Κωνσταντάρας κι η σούμα 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Και με περίσσια γλαφυρότητα περιέγραφε τα τρελά γλέντια τους που 'χαν αφετηρία την ... άκρη του λουλά και... ηθικό αυτουργό το πρωτοστάλακτο ρακί που "βγαίνε από τα σπλάχνα του μπακιρένιου σωλήνα.

- Όλη τη σούμα για το σπίτι την εκάμνετε, το ρώτησε πάλι ο Βασίλης ο παραγιός.

- Το πρώρο το πίναμε σχεδόν όλο στο ρεμπικιό, απάντησε μ' ένα σαρδόνιο χαμόγελο ο γέροντας, καθώς του 'ρθαν στο νου τα μεθύσια των νεανικών του χρόνων. Το πολύ χαρμάνι το βάζαμε σε μπουσέδες κι άλλη κρατούσαμε για το σπίτι κι άλλη επουλούσαμε. Την απόσουμα την ερεμπικάραμε ξανά με γλυκάνισο. Αυτή η σούμα ήταν η πιο δυνατή.

Η κουβέντα για τη σούμα είχε ανάψει για τα καλά και μοιραία οδηγήθηκε στην περίοδο που η απόσταξη ήταν παράνομη, τόσο στην Τουρκοκρατία, όσο και κατά την περίοδο του ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Κι ο Κωνσταντάρας έζησε και τις δύο αυτές περιόδους.

- Αλήθεια είναι Κωνσταντάρα πως στη δικτατορία του Μεταξά απαγορεύτηκε να βγάζουμε σούμα, το ρώτησε ο πατέρας.

- Αλήθεια είναι... Ο Μεταξάς είχε συγγένεια με τους Μεταξάδες που βγάζουν τα πιοτά κι έβγαλε ένα νόμο που απαγόρευε να ρεμπικάρουμε... Η αστυνομία τότες έκοψε πάνω από εξήντα καπάκια καζανιών. Μερικοί τα 'χωσαν και να τα σώσουν. Κρυφά, λοιπόν, τη νύχτα, βγάζαμε σούμα, κυρίως για τα σπίτια μας. Γιατί για να πουλήσεις ήταν δύσκολο.

- Μα 'γω ξέρω πως εσύ έκαμνες παράνομα αγώγια, του επεσήμανε ο πατέρας.

- Ε, έκαμνα που και πού... Μα πάντα υπήρχαν καλοθελητάδες που το μαντάτευαν στους χωροφυλάκους, που ε με 'χανε στο στομάχι και με κυνηγούσανε αλύπητα...

Μια φορά, λίγο πριν απέ το πόλεμο, εκουβάλου σούμα. Είχα φορτωμένα δυο τουλούμια. Στο 'να είχα κρασί  και  στ'  άλλο  σούμα

και τα πήαινα στα Καρδάμυλα πού 'χα φίλους να τα πάρουν.

Κάποιοι, το λοιπόν, πααίνουν και λένε στο νωματάρχη το και το. Ο Κωνσταντάρας έχει φορτωμένα σούμα στο μουλάρι και πα να τα πουλήσει. Μου καθίζει τσίτωμα ο νωματάρχης και με προλαβαίνει στη Φρουλιά. Εγώ εκάθουμου κατασάμαρα στο μουλάρι. Με σταματά και μου λέει: «Κωνσταντάρα τι έχεις φορτωμένα στα τουλούμια;» «Κρασί», του λέω. «Άνοιξε τα να τα δω», μου λέει. «Το κρασί ειν' καινούριο και με το νταντούλισμα θα 'χει βράσει κι άμα τ' ανοίξω θα χυθεί», του λέω για να του κάμω το δύσκολο και να τον υποψιάσω. «Τίποτα», μου λέει, «άνοιξε τα».

Κατηβαίνω απέ το μουλάρι, ξεφορτώνω το τουλούμι με το κρασί, που 'ταν πράγματι καινούριο κι είχε βράσει με το κούνημα, και το πάω κοντά του. Έσκυψε να το μυρίσει κι εκείνη τη στιγμή ανοίγω το λαιμό του τουλουμιού. Το «βρασμένο» κρασί πετάχτηκε όξω και τον έχρισε από πάνω μέχρι κάτω!!!

Άρχισε τις βλαστήμιες, τις απειλές, τις φοβέρες. «Εγώ σου το 'πα πως έχει κρασί μέσα μα 'συ εν το πίστευγες!!! Ακούς τους καλοθελητάδες», του 'πα. «Άνοιξε και τ' άλλο», μου λέει. «Πλέρωσε μου πρώτα τις πέντε οκάδες κρασί που με ζούμιωσες και σ' ανοίγω και τ' άλλο. Μα άσο χυθεί α μου το πλερώσεις», τ' απαντώ.

Το σκέφτηκε κάμποσο, είδε και τα χάλια του κι ύστερα γυρίζει και μου λέει. «Αμε στού διαόλου τη μάνα!!! Άμε χάσου από μπροστά μου!!!»...

- Κι άμε επέμενε να τ' ανοίξεις και τ' άλλο ήντα θα 'καμνες, τον ξαναρώτησε ο πατέρας.

- Εκράτουν ένα αγρελίτικο ραβδί γεμάτο κόμπους. Με το που να σκύψει να δει τι 'χε μέσα το τουλούμι η να του τη φέρω στο «δόξα πατρί»... Μέχρι να συνέλθει εγώ θα 'χα γίνει καπνός.

Η ανάμνηση της ιστορίας αυτής ήταν η αφορμή να θυμηθεί και να μας περιγράψει μερικούς από τους τρόπους που σοφίζονταν για να ξεγελάσει τα αστυνομικά όργανα. Για παράδειγμα χρησιμοποιούσε δυο τουλούμια. Ένα μικρό κι ένα  μεγάλο.  Έβαζε

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios