Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 8ος, ΤΕΥΧΟΣ 35, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2003 - Ιανουάριος 2004)

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ "ΤΡΟΥΜΠΑΔΟΡΟΥ" Μέρος πρώτοΟι ...άθλοι τού Ανδρέα

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

Αρχές του καλοκαιριού και σιγά-σιγά αρχίζουν να μαζεύονται στο χωριό παιδιά από όλα τα σημεία του κόσμου για να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Παιδιά που έμεναν μόνα τους στην πόλη της Χίου, στη Βολισσό ή στην Αθήνα, γιατί έτσι μόνο μπορούσαν να παρακολουθήσουν γυμνασιακές σπουδές. Έφταναν στο χωριό για ξεκούραση αλλά κυρίως για να βοηθήσουν τους γονείς και τους παππούδες τους στις καθημερινές ασχολίες.

Δύσκολα χρόνια, που όλοι μας σήμερα θυμόμαστε με νοσταλγία. Όλοι μας, εκτός από τη βοήθεια στο σπίτι για τα καθημερινά, έπρεπε να εξασφαλίσουμε και το χαρτζιλίκι για τα πανηγύρια και τους καθημερινούς ρεφενέδες. Βλέπετε στο χωριό για τους νέους δεν νύχτωνε ποτέ. Όλη την ημέρα στα χωράφια και το βράδυ ολονύχτια πάρτι, φλύαρες βεγγέρες, πανηγύρια διήμερα. Και πάντα το ξημέρωμα έπρεπε να κλείσει με ένα καλό κοκορόζουμο. Ένα κοκορόζουμο που βοηθούσε όχι για να κοιμηθούμε καλύτερα αλλά να μπορέσουμε να «ξυπνήσουμε» και να συνεχίσουμε τις καθημερινές μας ασχολίες, που έτσι κι αλλιώς ήταν αναπόφευκτες.

Στο καφενείο, τα βράδια, άκουγα ιστορίες από τους μεγάλους αλλά και από παιδιά λίγο μεγαλύτερα από εμένα για το ράντισμα των ελιών. Ιστορίες που τις περισσότερες φορές έφερναν γέλια μέχρι δακρύων σε όλη την ομήγυρη. Αυτές οι ιστορίες ήταν για μένα το έναυσμα να επιδιώξω την συμμετοχή μου στο ράντισμα. Να ζήσω από κοντά όλα αυτά που άκουγα. Για ένα παιδί 14 χρόνων ήταν δύσκολο να μπορέσει να συμμετάσχει σε κάτι τέτοιο. Όμως λόγω έλλειψης εργατών και σε συνδυασμό με το ύψος μου, κατάφερα να πείσω τον αρχιεργάτη να με συμπεριλάβει και μένα στην ομάδα.

Η ομάδα αποτελείτο από τον αρχιεργάτη, τον παρασκευαστή (αυτόν που έφτιαχνε το φάρμακο για τον δάκο), τους μεταφορείς του φαρμάκου (τους μουλαράδες) και φυσικά τους ραντιστές.

Ολόκληρη η ομάδα ήταν γύρω στα δώδεκα με δεκατέσσερα άτομα. Ο αρχιεργάτής επέλεγε κάποιο σημείο κοντά σε νερό, που το ονόμαζαν παρασκευαστήριο (κάθε φορά διαφορετικό, ανάλογα με την περιοχή που θα γινόταν το ράντισμα). Εκεί γινόταν η παρασκευή του φαρμάκου και ήταν και το κατάλυμα για όλους μας. Το πρωί από εκεί ξεκινούσαμε και το βράδυ εκεί αφήναμε τα εργαλεία μας για την επόμενη μέρα. Σαν δουλειά ήταν επίπονη. Από τις 7 το πρωί με τον ψεκαστήρα στην πλάτη έπρεπε να ραντίζεις τις ελιές στα δροσερά σημεία του δέντρου, να μην ρίχνεις μεγάλη ποσότητα και να μην αφήνεις κανένα δέντρο αράντιστο. Από τη μια περιοχή στην άλλη έπρεπε να περνάς μέσα από κακοτράχαλα μέρη, μέσα από αστυφίδες, βάτους, σπαρτούς και όχι μόνο. Αλλά αυτό που μας αποζημίωνε ήταν όταν κατά τις 11 σταματούσαμε μέχρι τις 3 το μεσημέρι για ξεκούραση. Αυτή ήταν η ώρα που γίνονταν όλα τα ευτράπελα που άκουγα στο καφενείο και περίμενα πώς και πώς για να τα ζήσω από κοντά.

Κατά τον αρχιεργάτη οι ραντιστές ήταν οι «τρουμπαδόροι». Την προσφώνηση αυτή την είχαν υιοθετήσει και αρκετοί από τους μουλαράδες. Κάθε πρωί φεύγαμε από το παρασκευαστήριο όλοι μαζί, φορτωμένοι με τους ψεκαστήρες, και αρχίζαμε το ράντισμα. Ο αρχιεργάτής έλεγε στους μουλαράδες σε ποιο σημείο θα μας έφερναν το επόμενο φάρμακο. Στο διάστημα, μέχρι να ραντιστεί μια περιοχή και να έρθει το επόμενο παρασκεύασμα στο σημείο που είχε οριστεί, ο αρχιεργάτής ακολουθούσε τους ραντιστές και επέβλεπε -πολλές φορές χωρίς να τον βλέπουν οι ίδιοι - εάν κάνουν καλά την δουλειά τους.

Αρχιεργάτής ήταν ο μπάρμπα- Γιάννης ο Βουρνούς, ο οποίος ακολουθούσε παρακολουθώντας από μακριά χωρίς να τον βλέπουμε. Όταν θέλαμε να ρωτήσουμε κάτι τον φωνάζαμε αλλά ποτέ δεν μας έδινε απάντηση. Εγώ τον φώναζα.......«κύριε αρχιεργάτα, κύριε αρχιεργάτα» και ενώ τον έβλεπα δίπλα κρυμμένο στις φυλλωσιές , δεν μου απαντούσε. Ήταν ένας πάρα πολύ καλός


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios