Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 8ος, ΤΕΥΧΟΣ 35, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2003 - Ιανουάριος 2004)

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ "ΤΡΟΥΜΠΑΔΟΡΟΥ" Μέρος πρώτοΟι ...άθλοι τού Ανδρέα

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

άνθρωπος, μας αγαπούσε όλους και ήταν πρώτος στις πλάκες. Συμμετείχε σαν νέος, έκανε και δεχόταν τα πάντα. Το μόνο του κακό.....ήταν πολύ βλάσφημος. Όταν τσατιζόταν έκλινε τις βρισιές που χρησιμοποιούσε από την ονομαστική μέχρι την κλητική......ώ θεεεέ . Επειδή έβριζε πολύ του είχαμε προσάψει το παρατσούκλι «ο κύριος Ανάθεμα». Εγώ συνέχιζα να τον φωνάζω «κύριε αρχιεργάτα....κύριε αρχιεργάτα», χωρίς να παίρνω απάντηση ενώ ήταν δίπλα μου και με άκουγε, οπότε του φωνάζω «...κύριε Ανάθεμα...». Η απάντηση του τότε ήταν άμεση : «Ανάθεμα να σε κόψει».

Έχουμε τελειώσει τον πρώτο ψεκαστήρα και είμαστε στο σημείο του ανεφοδιασμού. Ξαπλωμένοι κάτω από τα δέντρα σαν «κοπρόσκυλα» - όπως μας λέει ο αρχιεργάτης- περιμένουμε τον μουλαρά με το φάρμακο, ο οποίος αργεί και η ανησυχία του αρχιεργάτη είναι εμφανής, οπότε ξαφνικά ακούγεται η φωνή του μουλαρά από μακριά, «...εεε τρουμπαδόροι...».

Η φωνή έρχεται από λάθος σημείο, μάλλον από κακή συνεννόηση μουλαρά και αρχιεργάτη. Κουφός ο μουλαράς, οξύθυμος ο αρχιεργάτής, επικοινωνία καμία. Δεν άργησαν οι κλίσεις των κοσμητικών επιθέτων με την κλητική ιδιαίτερα τονισμένη. Επιτέλους έντεκα η ώρα, επιστροφή στο κατάλυμα για φαγητό και ξεκούραση. Το παρασκευαστήριο είναι στο «Σω-ρό», στον κήπο του Γιώργη του Καπετάνιου. Είναι τρεις σκάλες με κήπους και στην πάνω σκάλα έχει μια μεγάλη τσιμεντένια στέρνα. Μπροστά από τη στέρνα έχει μια πιο μικρή που χωράει περίπου ένα κυβικό νερό. Τα βαρέλια με το φάρμακο είναι λίγο πιο πάνω, στον κήπο του Παναγιώτη του Μιχαλάκη (Γάλιπου). Παρασκευαστής είναι ο Παντελής ο Βορριάς.

Μετά το φαγητό οι μεγαλύτεροι αποσύρονται σε σκιερά σημεία του κήπου για να απολαύσουν το μεσημεριανό τους ύπνο. Οι νεώτεροι δίπλα στη στέρνα ξαπλωμένοι συζητούν χαμηλόφωνα τι πλάκα θα κάνουν για να περάσει η ώρα.

Ο Ανδρέας, το... καλόπαιδο της παρέας, εξαφανίζεται και σε λίγο επιστρέφει ενθουσιασμένος γιατί η φοράδα του Μιχάλη του Κατσαρού , ο οποίος είχε έρθει εκείνη την ημέρα στο ράντισμα, ήταν γεμάτη αλογόμυγες. Πάμε δυο άτομα μαζί με τον Ανδρέα να κρατήσουμε την φοράδα για να μπορέσει να μαζέψει όσες περισσότερες μύγες μπορεί. Μια χούφτα είναι αρκετή γι' αυτό που θα ακολουθήσει. Επιστρέφουμε στον καταυλισμό και ψάχνουμε σε ποιον από αυτούς που κοιμούνται μπορούμε να τις βάλουμε. Ο μπάρμπας-Δημήτρης φοράει ένα στενό παντελόνι σωλήνα και είναι αδύνατον να της περάσουμε μέσα στο μπατζάκι, το ίδιο και ο μπάρμπα-Μόδεστος. Ο φουκαράς ο μπάρμπα-Μιχάλης ο Κατσαρός φοράει ένα παντελόνι που στο μπατζάκι του χωρούν και τα δυο χέρια. Έρποντας ο Ανδρέας φτάνει τον μπάρμπα-Μιχάλη και αφού βάζει το χέρι του μέσα στο μπατζάκι αφήνει τις μύγες και μετά κρατάει με τα δυο του χέρια το παντελόνι για να μη φύγουν έξω. Περιμένει για λίγο και όταν διαπιστώνει ότι οι πρώτες μύγες έχουν φτάσει στα γεννητικά του όργανα αφήνει το μπατζάκι και τρέχοντας ξαπλώνει δίπλα μας.

Όλοι λαγοκοιμόμαστε - για τα μάτια του κόσμου- και περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή το ξέσπασμα του μπάρμπα-Μιχάλη. Μέσα στον ύπνο του νοιώθει ότι κάτι δεν πάει καλά και αρχίζει στην αρχή χαλαρά και αμέσως μετά εντονότερα να ξύνεται. Είναι τόσο έντονη η φαγούρα που αφού πετιέται όρθιος αρχίζει στα γρήγορα να κατεβάζει παντελόνι και σώβρακο προκειμένου να απαλλαγεί από τις μύγες όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αφού επιτέλους το καταφέρνει, αρχίζει να προχωράει προς το μέρος μας. Εμείς με πολύ κόπο κρατούσαμε τα γέλια που μας έκοβαν την ανάσα αλλά χωρίς να κουνιέται κανείς από τη θέση του. Ο μπάρμπα-Μιχάλης συνεχίζει να πλησιάζει κρατώντας την κατσουνίκα (είδος μπαστουνιού). Προσπαθούμε να παραμείνουμε ήρεμοι και ψύχραιμοι. Ο Ανδρέας όσο τον βλέπει να πλησιάζει απειλητικά κάνει τη μοιραία κίνηση και  δεν  μπορεί  με  τίποτα να

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios