Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 8ος, ΤΕΥΧΟΣ 36, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2004)

ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ, Η ΑΛΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

"Είντα μού δίνεις λυγερή να πα να σού το φέρω;
Κάμνω αλουσιά και λούνω σε, χτένι και σε χτενίζω"

Δημοτικό δίστιχο

"Ε, αφού σού χάλασε το πλυντήριο, πλύνε τα μ' αλουσιά. Να δεις ήντα όμορφα και μοσχομυρωδάτα α γίνουν;"

Με τούτα τα λόγια μ' απάντησε η θεία Ελπίδα, το περασμένο καλοκαίρι όταν τής είπα πως μού χάλασε το πλυντήριο και τα άπλυτα μάς είχανε πνίξει.

Η "αλουσιά", αυτή η μοναδική ξεχασμένη λέξη, έγινε το διαβατήριο για να ταξιδέψουμε σ' άλλες εποχές τού τόπου μας, σ' άλλους πολιτισμούς, όχι τόσο μακρινούς, κι όμως σχεδόν ξεχασμένους. Σ' εποχές που δεν υπήρχε η τεχνολογία στην υπηρεσία τών καθημερινών αναγκών τού νοικοκυριού. Δεν υπήρχαν κουζίνες, ψυγεία, πλυντήρια, μίξερ, φούρνοι μικροκυμάτων κι όλες αυτές οι μικρές ή οι μεγάλες συσκευές που κάνουν, αλήθεια, τη ζωή μας σήμερα ευκολότερη.

Τότε οι γυναίκες ήταν πράγματι ηρωίδες. Έδιναν έναν πολυμέτωπο καθημερινό αγώνα για να κρατήσουν το νοικοκυριό τους. Ζύμωναν, μαγείρευαν, έραβαν, έπλεναν, έπλεκαν. Κάθε δουλειά τού σπιτιού περνούσε από τα δικά τους χέρια. Και είχαν και τον σκληρόν αγώνα στο χωράφι, στ' άγρια πλάγια τής Αμανής. Κι είναι αλήθεια, πως δεν εισέπρατταν την ανάλογη αναγνώριση από τον άνδρα-αφέντη τού σπιτιού.

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στην "αλουσιά" και την μπουγάδα στα χωριά μας, όχι πολύ παλιά, μα μόλις μισόν αιώνα πριν. Οι νοικοκυρές μάζευαν τα άπλυτά ρούχα τής οικογένειας και τα πήγαιναν για την καθιερωμένη τους μπουγάδα. Αυτό γινόταν μια-δυο φορές το μήνα, ανάλογα με το πόσα άτομα είχε η κάθε οικογένεια. Και τότε οι οικογένειες ήταν πολυμελείς. Ξεκίναγαν το πρωί και τέλειωναν σχεδόν το βράδυ. Οι κατωχωρούσενες έπλεναν  στη  βρύση  τού  ποταμού  , όσες  έμεναν  στην  κάτω

γειτονιά, στη γυστέρνα τού "Λουμπέρδη" , όσες έμεναν στην πάνω γειτονιά, και στη "μελογυστέρνα" όσες έμεναν στην πέρα γειτονιά. Οι πανωχωρούσενες έπλεναν τα ρούχα τους στη βρύση τού Νιαμονίτη.

Η θεία Ελπίδα μάς περιγράφει παραστατικά τη διαδικασία τής μπουγάδας. Στους βοτσόνους , που σχηματίζονταν στα συγκεκριμένα σημεία στο ποτάμι ή στις στέρνες, απόθεταν τα κοφίνια με τ' άπλυτα ρούχα. Έβραζαν σε μπακιρένια καζάνια το νερό κι έπειτα σαπούνιζαν με ντόπιο σαπούνι πολλές φορές τα ρούχα στο ρέμα για να καθαρίσουν. Τα πιο βρόμικα και τις κουβέρτες τα κοπάνιζαν με την κοπανίδα πάνω σε πλακαδερές ποταμίσιες πέτρες για ν' "ασπρίσουν". Τα μικρόρουχα και τα πιο ευαίσθητα ρούχα τα 'πλυναν μέσα σε καρούχες σκάφες.

Ποιος είπε, αλήθεια, πώς τα λευκαντικά και τα αρωματικά τών ρούχων είναι προνόμιο μόνο τής δικής μας εποχής; Λευκαντικά και αρωματικά και μάλιστα από τη φύση, που δεν προκαλούσαν την παραμικρή αλλεργία, είχαν και τότε. Αφού σαπούνιζαν καλά τα ρούχα τα τοποθετούσαν σε μεγάλα κοφίνια. Τα σκέπαζαν μ' ένα λευκό πανί, το σταχτόπανο. Πάνω στο σταχτόπανο έβαζαν την αλουσιά, που 'ταν αχυλιά , με δαφνόφυλλα, καρυδόφυλλα, λεμονόφλουδες και πορτοκαλόφλουδες. Έριχναν, στη συνέχεια καυτό νερό πολλές φορές μέχρι να αρχίσει να βγαίνει και από το πάτο τού κοφινιού. Το καυτό υγρό στοιχείο απελευθέρωνε τις αρωματικές ιδιότητες τού λεμονιού, τού πορτοκαλιού, τής δάφνης, και τής καρυδιάς, περνούσε από το φίλτρο τής στάχτης και πότιζε και την παραμικρή ίνα τών ρούχων.

-Σαν ανοίγαμε το μπουγαδοκόφινο τα ρούχα μοσχομύριζαν φρεσκάδα και φυσικά αρώματα, θα  μάς  πει  η θεία Ελπίδα. Όχι σαν


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios