Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 8ος, ΤΕΥΧΟΣ 36, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2004)

ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ, Η ΑΛΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

τις σημερινές "κουδουνατιές" που 'ναι όλο χημεία.

-Τελειώνατε θεια, τη ρώτησα, μετά απ' αυτό;

-Όχι! Μετά τα βγάζαμε απ' το κοφίνι, τα περνούσαμε ένα χέρι ακόμη και μετά τα ξεβγάζαμε με κρύο νερό, τρεχούμενο τού ποταμού.

-Που τ' απλώνατε θεία, την ξαναρώτησα.

-Που τ' απλώναμε; Στις σελίες τ' απλώναμε, είχαμε κι αλλού τόπο;

Το πλύσιμο τών ρούχων στον ποταμό ήταν δουλειά δύσκολη και κοπιαστική ιδιαίτερα για τις μεγαλύτερες γυναίκες. Παρ' όλα αυτά για τις νέες κοπέλες ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να βρεθούν για πολλές ώρες με τις φιλενάδες τους και να πουν για τα σκιρτήματα τής καρδιάς τους. Ευκαιρία εύρισκαν όμως κι οι αμούστακοι νεαροί να δουν κανέναν αστράγαλο, καθώς οι κοπελιές ανασήκωναν τα φουστάνια τους για να μην τα βρέξουν.

Η θεία Ελπίδα περιγράφει την επίπονη αυτή διαδικασία με κάθε λεπτομέρεια.

Θυμάται τα χρόνια τής νιότης της. Διανθίζει την περιγραφή της μ' ανέκδοτες ιστορίες και περιστατικά. Ιστορίες κατά κανόνα εύθυμες και χαρούμενες. Για ειδύλλια που πλέκονταν στις όχθες του ποταμού ή στα χείλη τής στέρνας, ανάμεσα στην κοπανίδα και στην προσπάθεια κάθαρσης τών ρούχων, μακριά από το αυστηρό βλέμμα τού πατέρα και με τη μάνα να λείπει στο σπίτι ή το χωράφι. Εκεί σκιρτούσαν οι καρδιές, επικοινωνούσαν με τις καρδιές τών αγοριών. Έπλαθαν όνειρα για το μέλλον.

Τέτοια χαρούμενα περιστατικά, μ' ερωτικά πειράγματα κι αστεία, αναρίθμητα. Υπήρχαν, όμως, και τραγικά γεγονότα που έγιναν και είναι συνδεδεμένα με τη διαδικασία τής πλύσης τών ρούχων. Γεγονότα που έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη τού χωριού.

Ένα τέτοιο γεγονός θυμήθηκε η θεία Ελπίδα.

Θα 'ταν Νοέμβρης μήνας, τέλος τής δεκαετίας τού '20, αρχές τής δεκαετίας τού '30, δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τη χρονική περίοδο τού γεγονότος. Έπλεναν στου "Λουμπέρδη", εκείνη κι η μεγάλη της αδελφή, η Καλλιόπη. Ήταν ορφανές από μάνα κι είχαν αναλάβει εκείνες το ρόλο τής νοικοκυράς στην πολυμελή οικογένειά τους.

Ήταν γύρω στις έντεκα το πρωί κι ενώ τα χέρια τους είχαν "πάρει φωτιά" από το τρίψιμο, άκουσαν την παπαδιά τού παπά Νικόλα τού Μιχαλάκη να φωνάζει το εγγονάκι της, το Γιάννη.

Το σπίτι τού παπά ήταν το τελευταίο σπίτι στο πάνω μέρος τού Κάτω Χωριού, πολύ κοντά στους κήπους τού "Λουμπέρδη" κι απομονωμένο από τα άλλα σπίτια τού συνοικισμού. Ο παπά Νικόλας κι η μάνα τού μικρού, η Ειρήνη, ήταν στο χωράφι. Ο πατέρας του, ο Κωστής ο μπαρμπέρης, δούλευε στ' αλετρουβειό τους. Η μεγάλη του αδελφή, η Ελένη, ήταν στο σχολειό. Έτσι το μικρό Γιαννάκη, δυο-τριών χρονών τότε ,το πρόσεχε η γιαγιά η Καλλιόπη, η παπαδιά, που 'χε και την έννοια τού φαγητού.

Κάποια στιγμή η παπαδιά διαπίστωσε την απουσία τού μικρού κι άρχισε να τον ψάχνει. Στα δωμάτια στην αρχή, στο μικρό κήπο στη συνέχεια, που 'ταν στο νοτινό μέρος τού σπιτιού. Πουθενά ο μικρός. Βγήκε απ' το σπίτι και τον έψαχνε στους δρόμους, φωνάζοντάς τον. Η θεία Ελπίδα κι η αδελφή της άκουσαν τις φωνές της αλλά στη "φούρια" τής δουλειάς δεν έδωσαν σημασία. Δεν φαντάστηκαν το μέγεθος τής τραγωδίας που θ' ακολουθούσε για να τρέξουν προς αναζήτηση τού τριετούς Γιαννάκη.

Άδικα τον καλούσε και τον ξανακαλούσε η παπαδιά.

-Γιαννάκη! Ε, Γιαννάκη.

Και καθώς δεν έπαιρνε απάντηση τον καλούσε πάλι και πάλι.

-Γιαννάκηηη! Ε, Γιαννάκηηη!

Μάταια το έψαχνε μακριά από το σπίτι. Ο μικρός Γιάννης ήταν εκεί, δίπλα της μα ήταν αδύνατον να τής απαντήσει.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios