Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 37, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2004)

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ "ΤΡΟΥΜΠΑΔΟΡΟΥ" Μέρος δεύτεροΟι ...άθλοι τού Ανδρέα

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

Παρασκευαστήριο στην "Περασιά"

Η Περασιά βρίσκεται στο Κουρουνιώτικο ποτάμι, λίγο πριν φτάσεις στη θάλασσα. Το ποτάμι, που τους καλοκαιρινούς μήνες είναι σχεδόν στεγνό, σε κάποια σημεία του σχηματίζει μικρές στέρνες με νερό , τους βοτσόνους . Ένας τέτοιος βότσονας, με διάμετρο 3-4 μέτρα και βάθος στο κέντρο γύρω στα δύο μέτρα, υπήρχε και στην Περασιά, με αρκετό νερό, κάτω από τα τεράστια πλατάνια του ποταμού. Σημείο κατάλληλο για παρασκευαστήριο για το ράντισμα τής γύρω περιοχής, λόγω νερού και θέσης.

Παρασκευαστής είναι ο Παντελής ο Βορριάς, με μουλαράδες τον Δημήτρη Κοτσάτο και τον Μιχάλη Κατσαρό. Αρχιεργάτης ο μπάρμπα-Γιάννης ο Βουρνούς και τρουμπαδόρους καμιά δεκαριά παιδιά από τα Κουρούνια και τον Εγρηγόρο. Μεταξύ αυτών και ο Αντρέας.

Από το πρωί έχει αρχίσει το ράντισμα τής περιοχής γύρω από την Περασιά. Οι μουλαράδες πηγαινοέρχονται, από σημείο σε σημείο, κουβαλώντας το φάρμακο στους τρουμπαδόρους.

Ο ήλιος έχει φτάσει στο ψηλότερο σημείο τού ουρανού, σημάδι ότι μεσημέριασε για τα καλά και ότι έφτασε η ώρα να επιστρέψουμε στο παρασκευαστήριο για φαγητό και ξεκούραση. Ο παρασκευαστής έχει φτιάξει το τελευταίο του παρασκεύασμα και εδώ και ώρα ετοιμάζει το μεσημεριανό του κατάλυμα. Δίπλα από το βαρέλι που φτιάχνει το φάρμακο, το οποίο βρίσκεται λίγο ψηλότερα από την επιφάνεια του βοτσόνου, έχει μαζέψει αρκετά φύλλα από τα αιωνόβια πλατάνια τής περιοχής και έχει φτιάξει ένα αναπαυτικό παχύ στρώμα για την μεσημεριανή του ξεκούραση.

Οι τρουμπαδόροι μαζί με τούς μουλαράδες, φτάνοντας παρέες-παρέες, σκορπιζόμαστε μέσα στα πλατάνια, έχοντας ο καθένας τον τουρβά του με τα λιγοστά για το μεσημεριανό φαγητό. Το σημείο που επιλέγει η κάθε παρέα για φαγητό, είναι και το κατάλυμα για την μεσημεριανή ανάπαυση.

Με την άφιξή μας στο παρασκευαστήριο ο Αντρέας άρχισε να- δυσανασχετεί γιατί ο παρασκευαστής - και θείος του - είχε "αποφάει" και ξαπλωμένος στο αναπαυτικό στρώμα περίμενε την άφιξη τού Μορφέως.

Με το τέλος τού γεύματος, οι μεγαλύτεροι αποσύρονται "στα ιδιαίτερα" ενώ οι μικρότεροι ξεκινούν τη συζήτηση για μπάλα, πάρτι και "γιαβουκλούδες". Η συζήτηση ανάβει. Μαζί και το απαραίτητο τσιγαράκι. Πάντα στα κρυφά και σχεδόν πάντα συνοδευμένο με καφεδάκι.

Ο Αντρέας προθυμοποιείται να φτιάξει καφέ για όλους. Παίρνει το μπρίκι με όλα τα απαιτούμενα και ψάχνει κατάλληλο σημείο για να ανάψει φωτιά. Τα ξερά φύλλα από το … στρώμα τού θείου του είναι το καταλληλότερο μέρος. Ανάμεσα σε δυο πέτρες βάζει το μπρίκι. Παίρνει φύλλα από το "στρώμα" και σε λίγα λεπτά έχει ετοιμάσει τον καφέ. Γεμίζει τα ποτήρια και τα προσφέρει σε όσους ζήτησαν καφέ. Πλένει το μπρίκι και κάθεται στο χείλος τού βότσονα.

Την φωτιά που άναψε για τον καφέ την άφησε να σιγόκαιει γύρω από τον μακάρια κοιμούμενο θείο του. Το παχύ στρώμα μέσα σε λίγα λεπτά έχει αρχίσει να καίγεται με χαμηλή φωτιά αλλά τεράστια ποσότητα αποπνι-κτικού καπνού. Ο παρασκευαστής μας έχει αρχίσει να στριφογυρίζει στο στρώμα. Κάθε λίγο έτριβε με μανία τα σημεία του κορμιού του που είχαν ζεσταθεί από την φωτιά, που πια τον πλησίαζε απειλητικά. Η εικόνα που παρουσιάζει είναι ότι ζει έναν εφιάλτη και δεν μπορεί να ξυπνήσει για να ξεφύγει. Όταν η φωτιά έχει φτάσει πλέον πολύ κοντά, ακούγεται μια διαπεραστική φωνή, "Παναγιά μου-Παναγιά μου", που ξυπνάει όλο το παρασκευαστήριο. Ο μπάρμπα-Παντελής πετάγεται σαν ελατήριο από το στρώμα του μέσα στους καπνούς λες και βρίσκεται σε θυσιαστήριο. Προκειμένου να γλιτώσει τη ... θυσία  τρέχει   ευθεία   μπροστά,   αγνοώντας   τον   κίνδυνο  τού


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios