Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 37, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2004)

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ "ΤΡΟΥΜΠΑΔΟΡΟΥ" Μέρος δεύτεροΟι ...άθλοι τού Ανδρέα

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

βότσωνα, π' ανοίγεται μπροστά του. Η βουτιά στα κρύα νερά είναι αναπόφευκτη.

Τα γέλια τού Αντρέα αλλά και όσων παρακολουθούν τα τεκταινόμενα κόβονται μαχαίρι. Μετά την ψυχρολουσία του ο παρασκευαστή μας αρπάζει ένα σκαλιστήρι κι αρχίζει να κυνηγάει το δράστη από την Περασιά σχεδόν μέχρι τη θάλασσα. Το κυνηγητό συνοδεύεται από διάφορα κοσμητικά επίθετα και πετροπόλεμο. Όταν θύμα και δράστης έχουν απομακρυνθεί αρκετά και δεν ακούγονται καθόλου επανέρχεται η ηρεμία στη γύρω περιοχή. Όλοι μας ξαπλώνουμε στα "στρώματα" για να συνεχίσουμε την μεσημεριανή μας ξεκούραση.

Εν τω μεταξύ ο μπάρμπα-Παντελής έχει επιστρέψει κατάκοπος στο παρασκευαστήριο μετά το κυνηγητό με τον ανιψιό του. Αποφασίζει να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί μαζί με τούς υπόλοιπους, για όση ώρα έχει απομείνει μέχρι να ξαναρχίσει η δουλειά.

Ο Αντρέας, φοβούμενος για κάποια πιθανή ενέδρα, επιστρέφει πολύ ώρα αργότερα από άλλο δρόμο. Φτάνοντας από το πάνω μέρος τού καταυλισμού βλέπει ότι όλοι κοιμούνται. Απτόητος, από ψηλά, προετοιμάζει τον επόμενο άθλο του.

Πίσω από το παρασκευαστήριο υπάρχει ένας τεράστιος βράχος που από εκεί μπορεί να βλέπει τα πάντα κάτω. Αφού μελετά την γύρω περιοχή, αρχίζει να υλοποιεί την επόμενη "φαεινή" του ιδέα. Πλησιάζει έρποντας. Βρίσκει μια "ζευγιά"και με προσεκτικές, ταχυδακτυλουργικές, κινήσεις δένει την μια άκρη της στον αστράγαλο τού μπάρμπα-Μιχάλη τού Κατσαρού. Στη συνέχεια σκαρφαλώνει στον πλάτανο, που προσφέρει την παχιά σκιά του στον ανυποψίαστο μουλαρά και, αφού περνάει το σχοινί από μια διχάλα, πετάει την άκρη του πίσω στον βράχο. Κατεβαίνει αθόρυβα με κινήσεις αιλουροειδούς. Περνάει ανάμεσα μας και ανεβαίνει στον βράχο που βρίσκεται η άκρη τής ζευγιάς και, αφού δένει στην άλλη άκρη της μια βαριά πέτρα, την πετάει στο κενό.

ο τεράστιος βράχος

Ο βράχος γύρω απ' όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα


Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει από την προηγούμενη αναστάτωση, όταν ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούγεται ξαφνικά, κάνοντάς μας όλους να πεταχτούμε όρθιοι. Έκπληκτοι, βλέπουμε - χωρίς να έχουμε καταλάβει πώς έγινε- το μπάρμπα-Μιχάλη κρεμασμένο από το ένα πόδι στα κλαδιά μιας πλατάνας, με το κεφάλι προς τα κάτω. Γύρω στα τρία με τέσσερα μέτρα χωρίζουν το κεφάλι του από το έδαφος. Αιωρείται αμίλητος και σαστισμένος, σαν ποντικός που πιάστηκε στη φάκα.

Γρήγορα συνέρχεται και προσπαθεί να βρει κάτι μέσα στη "μπροστέλα" του, που, καθώς βρίσκεται κρεμασμένος ανάποδα, τού σκεπάζει το κεφάλι. Μέχρι στιγμής δεν έχει βγάλει μιλιά αλλά εξακολουθεί να ψάχνει. Βγάζει το "σβανά" του, τον ανοίγει και προσπαθεί να κόψει το σκοινί που τον κρατάει τόση ώρα δέσμιο εκεί πάνω. Δεν έχει σκεφτεί ότι εάν το κόψει κινδυνεύει να σκοτωθεί, πέφτοντας με το κεφάλι από τέτοιο ύψος.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios