Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 39, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2004 - Ιανουάριος 2005)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΤα Κουρούνια πέρα απ' τα Κουρούνια

του Γιάννη Ν. Ζαννή

εκκλησάκι τών Αγίων Ισιδώρων, στο Λυκαβηττό, με θέα την Αθήνα.

Ήταν επιτέλους για μένα, η εποχή που είχα και κάποιους παιδικούς φίλους κοντά, καθώς οι χωριανοί, λίγοι-λίγοι στοιβάζονταν στις πολυκατοικίες, ως θυρωροί, οι πιο πολλοί, για αναζήτησι καλύτερης τύχης.

Μια και η χρονική περίοδος που βρίσκεται η μνήμη είναι εκείνη η εποχή η προεφηβική, να μην ξεχάσουμε και τον Άγιο Χαράλαμπο στη Δροσοπούλου. Με τον μακαριστό παπά Βασίλη να λειτουργή και τούς χωριανούς μαζεμένους στο μικρό φιλόξενο προαύλιο, έμοιαζε μικρογραφία τ' Αη Γιάννη ή τού Χριστού.

Μουσείο ξανά... Ο πιο αγαπημένος τόπος συναντήσεώς μας. Βασικό πλεονέκτημα ότι ήταν κοντά το Πεδίο τού Αρεως, χώρος που προσφερόταν για ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις και αργότερα, όταν πια ήμασταν έφηβοι, για ήσυχες βόλτες μακρυά απ' τ' αυτοκίνητα.

Ρεθύμνου και Βασιλέως Ηρακλείου, στο δεύτερο τσαγκαράδικο τού μπάρμπα Γιάννη. Ο Πέτρος βοηθάει τον πατέρα του. Μαζεμένοι εκεί και 'μείς οι αργόσχολοι, η αφεντιά μου, ο Βασίλης, ο Γιώργης, ο Στέλιος, ο Κωστής, κουβεντιάζουμε μαζί του, περιμένοντας να τελειώση για να πάμε στο Μουσείο για καφέ ή μπύρα.

Βραδινή έξοδος κι αυτή αλήθεια... Αραχτοί στις καρέκλες τού Μουσείου, ιστορικής, θα 'λεγα, καφετέριας, κουβεντιάζουμε κάτι μεταξύ πολιτικής αναλύσεως και ιστοριών τού χωριού. Οι τελευταίες εκμηδενίζουν κάθε πολιτική ανησυχία. Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα τα Κουρούνια μένουν. Ο Λυκούργος, ο σερβιτόρος, έρχεται να πάρη παραγγελία.

-Λυκούργο, τού λέει ο Βασίλης, κέρνα τα παιδιά από ένα ποτήρι κρύο νερό... Σε λίγο τελειώνει η σχολική περίοδος, να δούμε πότε θα καταφέρουμε να φύγουμε για το χωριό...

Μάρτης 1975. Πραξιτέλους 7, στον πρώτο όροφο. Όλος ο διάδρομος, έξω από το καφενείο τού Δημήτρη, γεμάτος Κουρουνιώτες στην πλειοψηφία τους κάτω τών είκοσι ετών. Ακούμε το Βασίλη το Βουρνού (τού Γιάννη) να μάς μιλά για την ανάγκη ιδρύσεως ενός Συλλόγου που θα έπαιρνε τη θέσι τής παλιάς Αδελφότητας. Ο λόγος του "άλατι ηρτυμένος" διανθισμένος με το πηγαίο λεπτό χιούμορ που τον χαρακτηρίζει. Εμείς ακούμε, ρωτάμε, αντιπροτείνουμε, παιδαριώδεις πολλές φορές προτάσεις (εποχή τής μεταπολιτεύσεως, βλέπετε, και η "πολιτικοποίηση"   έχει  γίνει   μόδα και  κείνος  απαντά  χωρίς  να

γίνεται προκλητικός, κατευθύνοντας τον ενθουσιασμό μας στη σωστή κατεύθυνση.

Μάρτης 1975. Πραξιτέλους 7, στον πρώτο όροφο. Όλος ο διάδρομος, έξω από το καφενείο τού Δημήτρη, γεμάτος Κουρουνιώτες στην πλειοψηφία τους κάτω τών είκοσι ετών. Ακούμε το Βασίλη το Βουρνού (τού Γιάννη) να μάς μιλά για την ανάγκη ιδρύσεως ενός Συλλόγου που θα έπαιρνε τη θέσι τής παλιάς Αδελφότητας. Ο λόγος του "άλατι ηρτυμένος" διανθισμένος με το πηγαίο λεπτό χιούμορ που τον χαρακτηρίζει. Εμείς ακούμε, ρωτάμε, αντιπροτείνουμε, παιδαριώδεις πολλές φορές προτάσεις (εποχή τής μεταπολιτεύσεως, βλέπετε, και η "πολιτικοποίηση" έχει γίνει μόδα και κείνος απαντά χωρίς να γίνεται προκλητικός, κατευθύνοντας τον ενθουσιασμό μας στη σωστή κατεύθυνση.

Δίπλα του ο οικοδεσπότης, που επρόκειτο να γίνη ο πρώτος πρόεδρος του Συλλόγου , τού ιστορικού εκείνου Διοικητικού Συμβουλίου, που συνεδρίαζε με τρία μέλη και κάμποσους βοηθητικούς. Ο οικοδεσπότης δεν ήταν άλλος από το Δημήτρη. Ακούει, παρεμβαίνει, συμπληρώνει, πετάει κάποιο ξεκαρδιστικό αστείο, παρακολουθεί χαμογελαστός με σταυρωμένα τα χέρια πάνω από το μεγαλόπρεπο βιομηχανικό τους στομάχι.

Ο χώρος ήταν το "αρχηγείο" τού Συλλόγου για τα επόμενα χρόνια. Λόγω υποχρεώσεων τών μελών εκείνου τού Δ.Σ. εκείνοι που σήκωναν το μεγάλο βάρος ήταν οι δυο Δημήτρηδες και ο κυρ Μιχάλης, συνεπικουρούμενοι κυρίως από τον Πέτρο και τον Γιώργη, που δεν ήταν ακόμη μέλη τού Δ.Σ. Παρευρισκόμασταν βέβαια και ο Βασίλης, ο Στέλιος, εγώ και ίσως και κάποιοι ακόμη συνομήλικοι, αλλά εμείς κυρίως για "χαβαλέ", κατά το κοινώς λεγόμενον.

Αφήνω όμως τον πρόεδρο, τούς δύο συμβούλους και τούς βοηθούς τους και έρχομαι πάλι στο σήμερα. Στο Λεύκωμα "Με τών ανθρώπων τις μνήμες". Στην ενότητα τής Ευγενίας ("Είμαστε εμείς"), διαβάζω στη λεζάντα τής φωτογραφίας το στίχο τού Γιώργου Σεφέρη:

"Περπατήσαμε μαζί,

μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο,

δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα τα αποχωρισμού,

χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας,

πήραμε τα καράβια, ξενιτευτήκαμε, γυρίσαμε..."

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios