Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 38, Aύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2004)

 Τσοπανάκος ήμουνα, κατσικάκια ...έχανα

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

Στα Κουρούνια, στο τέλος τής δεκαετίας του ΄60, η πλειοψηφία τών κατοίκων ζούσε από την γεωργία και την οικόσιτη κτηνοτροφία. Κάθε σπίτι για να μπορέσει να επιβιώσει έπρεπε να έχει ένα-δυο γαϊδούρια, μουλάρια, αγελάδες, ανάλογα με το πλήθος τής οικογένειας, καθώς επίσης κατσίκες και προβατίνες. Τα περισσότερα από τα ζώα αυτά βοηθούσαν κυρίως στις αγροτικές εργασίες, ενώ παράλληλα πρόσφεραν το γάλα , το μαλλί και το κρέας τους για την επιβίωση τής οικογένειας. Τα γαϊδούρια και τα μουλάρια χρησίμευαν κυρίως σαν μεταφορικά μέσα και σε αρκετές περιπτώσεις βοηθούσαν στο όργωμα. Όμως οι αγελάδες, εκτός από το γάλα, που έδιναν, όργωναν και αλώνιζαν σε μόνιμη βάση.

Τα σπίτια που είχαν μόνο μια αγελάδα έπρεπε να βρουν κάποια άλλη οικογένεια που είχε και αυτή μια αγελάδα και να συνεργαστούν, μια που στα μέρη μας το όργωμα γινόταν με δυο ζώα στο ζυγό. Χρησιμοποιούσαν τις αγελάδες γιατί ήταν ζώα δυνατά και σχετικά ξεκούραστα, σε αντίθεση με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια που είχαν επιφορτιστεί με τις μεταφορές.

Ξεκινώντας για τα χωράφια καθημερινά κάθε αγρότης έπρεπε να παίρνει μαζί του όλα τα ζώα, όχι μόνο για να τον βοηθήσουν στις δουλειές, αλλά για να εξασφαλίσει και την τροφή τους. Θυμάμαι πολύ έντονα τα "κομβόι" με τα ζώα, στο δρόμο για τα χωράφια. Μπροστά οι αγελάδες, πίσω τα γαϊδούρια και τα μουλάρια φορτωμένα με τα εργαλεία και τα απαραίτητα δεξιά και αριστερά στο σαμάρι και "κατασάμαρα" τα μέλη τής οικογένειας. Πίσω από κάθε γάδαρο ήταν δεμένες μια-δυο κατσίκες και προβατίνες.

Οι κατσίκες είναι ζώα που θέλουν ιδιαίτερη επιτήρηση όταν βρίσκονται μέσα σε καλλιεργημένα χωράφια. Ακόμη και δεμένες θα σηκωθούν στα πισινά τους πόδια προκειμένου να εξασφαλίσουν μια ξεχωριστή λιχουδιά από το δέντρο που τις έχεις

δέσει. Γι' αυτό το λόγο απέφευγαν να τις παίρνουν μαζί τους στα χωράφια  και τις βοσκούσαν  στο βουνό. Επειδή ήταν δύσκολο νααπασχολείται ο καθένας καθημερινά για να βοσκήσει 2-3 κατσίκια, είχε αποφασιστεί ένας κάθε μέρα να συγκεντρώνει τα κατσίκια και να τα πηγαίνει στο βουνό. Έτσι, εκ περιτροπής, καθένας ήξερε ότι, περίπου μια φορά το μήνα, τού αναλογούσε να ασχολείται με την βόσκηση τών "κτημάτων". Αυτό το πρόγραμμα ονομάστηκε "ημερολόι". Συνήθως αυτή την υποχρέωση την ανέθεταν στους νεώτερους κάθε οικογένειας. Όσοι δεν μπορούσαν να αναλάβουν αυτή την δουλειά πλήρωναν κάποιον άλλον να τούς αντικαταστήσει.

Τέτοιες "έμμισθες" υπηρεσίες βόσκησης προσέφερε ο μπάρμπα-Αντώνης Καρούσης (Αντωνέρι). Ένας άνθρωπος που η ζωή του ήταν συνδεδεμένη με τη βόσκηση. Τού άρεσε αρκετά το ποτό και πολλές φορές, για ένα-δυο ποτήρια κρασί και ένα μεζέ στο πόδι, έτρωγε τη μέρα του στις πλαγιές τής Αμανής, βόσκοντας τα ζώα. Άνθρωπος αγαπητός και άκακος. Όταν τού πρόσφερες ένα ποτήρι κρασί το ανταπέδιδε με ευχές που έχουν μείνει στην ιστορία. Με το που έπιανε το ποτήρι στο χέρι άρχιζε: "καλές ειδήσεις μωρέ" , "καλή πρόοδο στα παιδιά" , "στις πέτρες να φυτρώνει", "τάκα μια μωρέ" και το ποτήρι μόνιμα "άσπρο πάτο".

Το ημερολόι ήταν μια καλή αφορμή για άδεια από το σχολείο. Μιας και όλα τα μέλη τής οικογένειας έπρεπε να προσφέρουν στον αγώνα για επιβίωση. Πολλοί συμμαθητές μου, μια φορά το μήνα, έπαιρναν άδεια για να πάνε να βοσκήσουν τα "κτήματα". Την επόμενη μέρα στο σχολείο είχαν να διηγηθούν διάφορα ευτράπελα, καλά και κακά. Αυτά που άκουγα είχαν αρχίσει να μού κεντρίζουν το ενδιαφέρον για μια τέτοιου είδους ενασχόληση.

Η οικογένειά μου δεν είχε πολλά ζώα, αφού ο πατέρας μου ήταν ναυτικός.  Ένα "ψοφογάδαρο" είχαμε -κατά τη μάνα μου- και μια-


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios