Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 38, Aύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2004)

 Στο σταυροδρόμι της Μέσης Ανατολής

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Ισχνά πολλά τα χρόνια, ζήση μαρτυρική.
Η πείνα συντροφεύει τη ξένη Κατοχή.
Αγγέλοι του θανάτου, τοξεύουν τούς βλαστούς.
Ανήμπορες οι μάνες, μήτε για στεναγμούς.

Ήταν η ζοφερή περίοδος τής γερμανικής κατοχής. Οι επιτάξεις τών αγαθών από τα κατοχικά στρατεύματα έφεραν την απόγνωση στις περισσότερες οικογένειες. Έτσι, η πείνα είχε απλώσει τα κατάμαυρα φτερά της σ' ολάκερη την Ελλάδα.

Το χωριό μας, ορεινό κι' αποκομμένο, δεν είδε βέβαια τούς κατακτητές, οι κάτοικοί του όμως υπέφεραν γιατί στερήθηκαν τ' αναγκαία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλοί από τούς νέους τού χωριού, πέταξαν προς την ελευθερία. Ανάμεσά τους, η μοναδική οικογένεια που τόλμησε ένα τέτοιο ταξίδι, ήταν τού Χαράλαμπου Τακτικού. Τόπος συγκέντρωσης για όλους, οι χώρες τής Μέσης Ανατολής. Ο πεντάχρονος τότε Γιώργος Τακτικός, είχε την καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας τις αναμνήσεις του, μιας και μετείχε στις κακουχίες τών ημερών.

"Ξεκινήσαμε από το χωριό με τα πόδια για τη Βολισσό. Ήταν 23 ή 25 Νοεμβρίου τού 1942. Είμαστε ο πατέρας μου Χαράλαμπος, η μάνα μου Μαρία (Μαριγώ) και η αδερφή μου Δέσποινα, ενός χρονού μωρό. Εγώ ήμουν πέντε. Στη Βολισσό μπήκαμε σ' ένα ημιφορτηγό που είχε πάγκους για καθίσματα. Ήταν θαρρώ τού Τσουκαλά.

Φτάνοντας στη Χίο, πήγαμε στα Ταμπάκικα. Εκεί, ο πατέρας μου πήγε και βρήκε κάποιους, που είχαν σχέση με βάρκες και καΐκια. Αργότερα, μπήκαμε κρυφά σ' ένα περιβόλι που το' χαν κατασχέσει οι Γερμανοί. Μέσα εκεί φύλαγαν μια βάρκα. Αυτή τη βάρκα κλέψανε ο πατέρας και δυο άλλοι.

Στο ακρωτήρι τής Αγίας Ελένης ρίξαμε τη βάρκα στη θάλασσα. Ο καιρός ήταν βροχερός και κούναγε. Σα μπήκαμε στη βάρκα ήτανε νύχτα και με πήρε ο ύπνος. Μέσα εκεί βρεθήκαμε οι τέσσερις τής οικογένειάς μου, ένα άλλο αντρόγυνο κι' ακόμα ένα παλικάρι. Όταν  πιάσαμε  κοντά στο Τσεσμέ, οι Τούρκοι πρέπει να χαν γιορτή.  Ίσως

είχαν το μπαϊράμι. Μόλις είχα ξυπνήσει, θυμάμαι τη μάνα μου που είπε: "Θεέ μου πού ήρταμε!". Άρχισε να σταυροκοπιέται γιατί φοβόταν πως οι φωτιές και τα πυροτεχνήματα δεν ήταν από τούς Τούρκους, αλλά από τούς Γερμανούς.

Η βάρκα είχε κουπιά. Οι τρεις άντρες, λοιπόν, τραβήξανε το ζόρι στο ταξίδι. Εκτός απ' τον πατέρα μου, ο νεαρός πρέπει να' τανε ψαράς κι' ο άλλος ναυτικός, ίσως υποπλοίαρχος. Οι δυο τους διαφωνούσαν για το πού έπρεπε να βγούμε. Ο ένας έλεγε να πάμε αριστερά κι' ο άλλος δεξιά. Κάποια στιγμή πάνω στη διαφωνία τους, ο νεαρός άρπαξε το κουπί κι' επιτέθηκε στον υποπλοίαρχο. Ευτυχώς, μπήκε ο πατέρας μου στη μέση και ησύχασαν. Τελικά, ο νέος είχε δίκιο. Φαίνεται πως γνώριζε την περιοχή καλλίτερα.

Ξημέρωμα πια, βγήκαμε στη στεριά κοντά στο Τσεσμέ. Υπήρχε, κάποιος παπά-Ξενάκης, που γύριζε τα παράλια και μάζευε τούς πρόσφυγες απ' τα ελληνικά νησιά. Αυτός μάζεψε κι' εμάς . Βγαίνοντας, πρώτη μας δουλειά ήταν να καταστρέψουμε τη βάρκα. Τούτο γιατί υπήρχε η φήμη, πως κάποιους οι Τούρκοι τούς γυρίσανε πίσω με το ίδιο πλεούμενο. Μετά μάς πήγανε στο άσυλο τών προσφύγων. Στο Τσεσμέ υπήρχε ο πρόξενος Διαμαντάρας που τακτοποίησε τα τής παραμονής μας. Απέναντι απ' το άσυλο υπήρχε μία εκκλησιά, ο άγιος Χαράλαμπος, που οι Τουρκαλάδες είχανε κάνει στάβλο για τ' άλογα. Κάθε πρωί που οι Τούρκοι κάνανε ξυστρί στα ζωντανά, εγώ πήγαινα και τούς παρακολουθούσα.

Στο Τσεσμέ μείναμε δυο μήνες. Μάς είχανε δώσει μια λίστα με εξουσιοδοτημένα μαγαζιά, όπου ψωνίζαμε κάποια πράγματα για να ζήσουμε. Στο άσυλο δεν είχε άλλα παιδιά τής ηλικίας μου. Μια μέρα, θυμάμαι, είχα δει ένα αλογάκι. Εγώ νόμιζα πως ήτανε όπως οι γαδάροι   στο   χωριό.   Αυτό   όμως  με   κλώτσησε   και   μ'   έκανε


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios