Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 38, Aύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2004)

 Τσοπανάκος ήμουνα, κατσικάκια ...έχανα

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

δυο κατσίκες, που πάντα ήθελα να τις δω κρεμασμένες ανάποδα για να γλιτώσω από το κουβάλημα τής τροφής τους. Κάθε απόγευμα, ιδιαίτερα τούς καλοκαιρινούς μήνες, μόλις ξεκινούσε η μπάλα στον αυλόγυρο τής εκκλησίας, τότε ακριβώς ήταν που το "Μαράκι", η μάνα μου, άρχιζε τις φωνές να πάω να κόψω δρυ τών κατσικιών. Αυτός ο δρυς, το καλοκαίρι την ώρα που ο αγώνας μεταξύ Πάνω και Κάτω Χωριού βρισκόταν στο κρισιμότερο σημείο του, έγινε η αφορμή μόνιμα να ψάχνω τρόπους εξόντωσής του. Αυτά, όμως, το καλοκαίρι, γιατί το χειμώνα άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά το ενδεχόμενο ενασχόλησής μου με τη βόσκηση. Αρχικά έπρεπε να ζητήσω άδεια από το σχολείο την οποία και πήρα. Δεύτερο στάδιο, αλλά και δυσκολότερο, ήταν να εξασφαλίσω άδεια από το "Μαράκι". Σωστά προετοιμασμένος σε όλες τις λεπτομέρειες το επιχειρώ. Πριν καλά-καλά προλάβω να επιχειρηματολογήσω η προσπάθεια πέφτει στο κενό. Την ίδια τύχη είχε και η δεύτερη. Η τρίτη προσπάθεια δεν πρόλαβε να έρθει γιατί εν τω μεταξύ, όταν ήρθε η σειρά της οικογένειάς μου να πάει στη βόσκηση ο μπάρμπα-Αντώνης ήταν άρρωστος.

Έτσι, την επόμενη μέρα πρωί-πρωί, φορτωμένος στους ώμους έναν "τουρβά" βαρύτερο από εμένα (λες και πήγαινα πενθήμερη εκδρομή), βρίσκομαι μπροστά στο σπίτι τού Κωστή τού Σιταρά και ακολουθώ κατά γράμμα το τελετουργικό : " τα κτήματαααααα ... ... άντε και φεύγωωωωω... τα κτήματααααα...". Σιγά-σιγά άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτες κατσίκες και σε λίγο, αφού έχουν μαζευτεί όλες παίρνω το δρόμο για το Κάτω Χωριό. Εκεί μεταξύ τού Θανάση τού Κεφάλα και τού καφενείου τής Σοφίας είχαν αρχίσει να μαζεύονται οι κατσίκες τού Κάτω Χωριού. Εγώ συνεχίζω να φωνάζω και να σφυρίζω με στόμφο. Αφ' ενός για να κάνω αισθητή την παρουσία μου και αφ' ετέρου γιατί έτσι απαιτούσε το τελετουργικό.

Κάποια   στιγμή  επιτέλους   έχουν  μαζευτεί  όλα  τα  ζώα  προς

βόσκηση και έχει έρθει η ώρα να ξεκινήσω για το βουνό. Μέχρι εδώ όλα μου είχαν φανεί απλά και εύκολα, μιας και τα ζωντανά αυτό το έκαναν καθημερινά.Κάθε φορά που έβαζα μια φωνή ή πετούσα μια πέτρα η τάξη στο κοπάδι ήταν υποδειγματική. Από νωρίς το πρωί στο Πάνω Χωριό αλλά και τώρα στο Κάτω, που ολοκληρώνεται η μάζωξη τών ζωντανών, είχε γίνει σαφές ποιος είχε το γενικό πρόσταγμα. Τα "μπράβο" των συγχωριανών, που έφερναν τα ζώα στην Πλάτσα, με έκαναν να νιώθω όχι σαν "εκκολαπτόμενος" βοσκός, αλλά τουλάχιστον κάτοχος μάστερ τού "Katos College of Spartounta".

Η διαδρομή από το χωριό, με προορισμό τις πλαγιές τής Αμανής, στο πρώτο στάδιο θα γινόταν δια μέσω τού αυτοκινητόδρομου και από τις κερασιές θα μπαίναμε στο ποτάμι για να αρχίσουμε την ανάβαση προς το βουνό. Οι χωριανοί, όταν μού έφερναν τα κατσίκια, με ρωτούσαν σε ποια περιοχή θα πάω. Επειδή, λοιπόν, δεν έπαιρναν απάντηση μού πρότειναν άλλος στον "άνω λάκκο", άλλος στον "κάτω", άλλος στην "αχλάδα", στο "κουμούλι", στο "σιδερόσταυρο". Πολλές από τις τοποθεσίες αυτές μού είναι άγνωστες ακόμη και σήμερα. Κουνούσα το κεφάλι μου συγκαταβατικά για να μην φανεί ότι δεν είχα ιδέα. Εγώ, όμως, είχα αποφασίσει. Τελικός προορισμός μου "η Παναγία η Δέσποινα", στην ψηλότερη κορυφή τής Αμανής, γιατί αυτή την τοποθεσία ήξερα και έβλεπα από το σπίτι μου.

Με την είσοδό μας στο ποτάμι, μετά από περπάτημα ενός χιλιομέτρου περίπου στον αυτοκινητόδρομο, που η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη, άρχισαν τα πρώτα προβλήματα. Τα κατσίκια άρχισαν να χάνονται στην πυκνή βλάστηση τού ποταμού. Έτσι καθώς έμπαιναν στο στενό μονοπάτι της όχθης με περπάτημα εφ' ενός ζυγού, όταν τα τελευταία ζώα μπήκαν στον ποταμό τα πρώτα είχαν ήδη εξαφανιστεί. Με το "καλημέρα" άρχισα να συνειδητοποιώ ότι έπρεπε να πάρω "παρουσίες", πράγμα που τελικά  δεν  έκανα γιατί  μετά  από λίγο τα  μόνα που έβλεπα ήταν

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios