Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 38, Aύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2004)

 Στο σταυροδρόμι της Μέσης Ανατολής

του Γιώργου Β. Κεφάλα

συναίματο!"

"Από το Τσεσμέ οι πρόσφυγες έφευγαν με αποστολές είτε για τη Κύπρο, είτε για το Χαλέπι ή για τις Πηγές τού Μωϋσέως. Εμείς κατ' αρχή φύγαμε για τη Σμύρνη. Μείναμε εκεί μια βδομάδα. Ύστερα μπήκαμε στο τρένο και πήγαμε στο Χαλέπι τής Συρίας. Εκεί μάς βάλανε σε κάτι τετραόροφα-πενταόροφα κτίρια. Σ' αυτή την πόλη άρχισα να πηγαίνω σχολείο. Υπήρχαν εκεί κι' άλλα παιδιά τής ηλικίας μου. Στο μεταξύ τον πατέρα μου τον έντυσαν στρατιώτη. Στο Χαλέπι είχε ένα κάστρο. Την πύλη τη φυλάγανε τρεις σκοποί από κάθε μεριά. Σ' αυτή τη σκοπιά φύλαγε κι' ο πατέρας μου. Σαν παιδάκι που ήμουνα πήγαινα να το δω. Μια μέρα όταν τον πλησίασα, έσκυψε να μ' αγκαλιάσει. Ένας μαύρος στρατιώτης όμως ζήτησε το λόγο. Δηλαδή, ότι όντας σκοπός δεν επιτρεπόταν να κάνει κάτι τέτοιο. Ο πατέρας μου τον εμούνταρε. Δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο και τον κλείσανε στο κρατητήριο. Θυμάμαι πήγαινα απ' τα κάγκελα, τον έβλεπα μέσα κι' έκλαιγα. Στο Χαλέπι μείναμε εννιά μήνες. Εκεί συναντηθήκαμε και με το χωριανό μας Βασίλη Ι. Κεφάλα, που υπηρετούσε στρατιώτης μαζί μ' άλλους Κουρουνιώτες στη Μέση Ανατολή."

"Μετά το Χαλέπι μάς οδήγησαν στις Πηγές τού Μωϋσέως κοντά στο όρος Σινά. Εκείνο το προσφυγικό στρατόπεδο ήταν γεμάτο από οικογένειες και ηλικιωμένους από τα νησιά τού ανατολικού Αιγαίου. Υπήρχαν τουλάχιστον τρεις χιλιάδες άνθρωποι. Στην αρχή μέναμε δυο οικογένειες σε κάθε αντίσκηνο. Τα αντίσκηνα ήταν τεράστια! Την πρώτη φορά μείναμε με κάποια κυρία Πουλερέ και τις κόρες της, που ήταν από τη Καλιμασιά. Μετά συγκατοικήσαμε με κάποιο Τσίπα, που είχε το φούρνο τού Περή. Αυτόν τον είδα αργότερα πολλές φορές. Ήτανε μεγαλύτερος και μούφτιαχνε διάφορα πράγματα. Κάποτε συναντηθήκαμε, αργότερα βέβαια, στην Aγία-Μαρκέλλα και καταχάρηκε. Υπήρχαν ακόμα και δυο βορειοχωρούσοι. Ο ένας ήτανε ο Μπουρέκας, που έγινε μάλιστα πρόσφατα και νομαρχιακός   σύμβουλος.   Ήταν   επίσης  κι  ο  Μαρωνίτης  από  τις

Κηπουριές"

"Σαν πρόσφυγες παίρναμε ένα επίδομα δυο με δυόμισι λίρες κατά κεφαλή το μήνα. Έτσι, κάθε δέκα, δεκαπέντε μέρες πηγαίναμε με φορτηγά αυτοκίνητα στο Σουέζ για να κάνουμε τα ψώνια μας. Σ' αυτή την πόλη συνάντησα και το Λευτεριό, που ήταν μπάρμπας τής Ανθίπης Ζαννή. Αυτός μού 'δωσε κάτι αιγυπτιακά νομίσματα που ήταν γυαλιστερά. Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη! Στο στρατόπεδο υπήρχαν οργανωμένα σχολεία. Άρχισα πάλι να πηγαίνω κι' εγώ. Μετά το σχολείο μού άρεσε να παίζω παλεύοντας με τούς άλλους. Στη διάρκεια τής πάλης, έβγαζα τα παπούτσια μου για να νυχώνω καλά στην άμμο. Έτσι, τις πιο πολλές φορές έμενα χωρίς παπούτσια γιατί τάχανα. Κάποια φορά είχαν έρθει κάποιοι Σέρβοι στρατιώτες. Αυτοί πρέπει να μάς αγαπάνε πολύ. Θέλησαν να μάς πάρουνε με τ' αυτοκίνητα για βόλτα έξω από το στρατόπεδο. Για κακή μου τύχη τ' αυτοκίνητο που ήμουνα εγώ κόλλησε στην άμμο. Σαν αποτέλεσμα, αργήσαμε να γυρίσουμε και οι δικοί μου ανησύχησαν γιατί δεν τούς είχα πει τίποτα για τη βόλτα. Όταν γύρισα στο σπίτι αργά το βράδυ, είχα την ατυχία να βρίσκεται εκεί και ο πατέρας μου με άδεια, από το Καμπρίτ όπου υπηρετούσε τότε. Γι' αυτή μου την ανυπακοή με διαβόλισε στο στελιάρι.

"Στο στρατόμεδο υπήρχαν τρεις παπάδες. Ανάμεσά τους κι' ο παπά-Ξενάκης, που μάς περιμάζεψε στο Τσεσμέ. Κάποτε η μάνα μου ήθελε να κάνει μια βάπτιση. 'Ητανε ένα κοριτσάκι από την Ικαρία. Ύπήρχε όμως εντολή τού επισκόπου να μη γίνονται βαφτίσια στα αντίσκηνα. Ο παπά-Ξενάκης όμως την έκανε. Κάποιος το κατάγγειλε. Αυτή ήταν η αφορμή να τον κλείσουνε αργότερα στα Σύρματα και μετά να τού κάνουνε τα γνωστά..... Στις Πηγές τού Μωϋσέως πήγα σχολείο μέχρι τη τρίτη δημοτικού. Θυμάμαι πως το στρατόπεδο είχε παντού άμμο. Ο ήλιος ήταν τρομερός και η ζέστη αφόρητη. Στο διάστημα τού ενάμιση χρόνου που μείναμε, έβρεξε μονάχα δυο φορές. Η μια ήταν τ' αγίου Ισιδώρου, Μάης μήνας. 'Εβρεξε   όμως  δυνατά  κι'  ο  στύλος  τού  αντίσκηνου  έσπασε  με

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios