Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 38, Aύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2004)

 Στο σταυροδρόμι της Μέσης Ανατολής

του Γιώργου Β. Κεφάλα

αποτέλεσμα va γίνει ένας μικροχαμός."

"Στο διάστημα που έμενα εκεί δε με στεναχωρούσε, γιατί δεν είχα λόγω ηλικίας, αναμνήσεις από το χωριό. Άκουγα όμως τούς μεγάλους να μιλάνε για τον πόλεμο και τη κατοχή. Μια πρωτοχρονιά μάλιστα που τραγουδούσανε οι συμπατριώτες μας οι Χιώτες, λέγανε:

"Εις αυτό το νέο έτος Βασιλείου εορτή,
ήρθα να σάς χαιρετίσω με την πρέπουσα τιμή.

και στο τέλος τονίζανε:

Κι' άλλα έτερα σάς πρέπουν, μα εδώ δεν ειν' καιρός
θα τ' αφήσω να τα πούμε στην πατρίδα με καλό!"

"Κοντά στο καταυλισμό υπήρχε θάλασσα! Όταν η παλίρροια τράβαγε το νερό μέσα, τότε πηγαίναμε για ψάρια και καβούρια που ξέμεναν. Ακόμα θυμάμαι, πως στο στρατόπεδο πρέπει να υπήρχαν ραδιόφωνα γιατί τα νέα κυκλοφορούσαν."

"Ήταν Ιούνιος του 1945, όταν μας είπαν να ετοιμαζόμαστε. Χαλάσαμε τ' αντίσκηνα και οι γονείς μου μπογαλιάσανε τα πράγματα μας. Φύγαμε με κατεύθυνση το Πόρτ Σάιδ. Πήραμε το ποστάλι και φτάσαμε στη Χίο. Το καράβι, όμως, ήτανε μεγάλο και δεν μπήκε στο λιμάνι. Ήρθανε λοιπόν οι βάρκες και τα καΐκια. Εμείς μπήκαμε σ' ένα καΐκι και μάς έβγαλε στ' Αγαλάτου. Ήτανε 15 Ιουνίου τού 1945."

"Το καλοκαίρι ο κόσμος έμενε έξω στα χωράφια. Όταν λοιπόν είδαν το καΐκι να ξεφορτώνει παραξενεύτηκαν. Τυχαία, ο πρώτος που κατέβηκε να δει ήταν ο θείος μου ο Κωστής ο Τακτικός, ο αδερφός τού πατέρα μου. Η συγκίνηση ήτανε μεγάλη, γιατί για δυόμισι χρόνια δεν είχαμε δώσει σημεία ζωής. Ύστερα, επικοινωνία δεν υπήρχε."

"Εγώ ήμουνα ανήσυχο παιδί, έτσι ζήτησα από τη μάνα μου να φύγω για το χωριό. Ξεκίνησα λοιπόν ποταμό-ποταμό. Τότε ο ποταμός μας ήταν παράδεισος! Παντού περιβόλια με δέντρα. Στην Περασιά συνάντησα το Βασίλη το Κολάρα (Μιχαλάκης) και τη Γιαννούλα   της   θειας   Διακογιάννενας.   Φορούσα   μια κάσκα,  ένα

τεράστιο καπέλο και έμοιαζα σα μανιτάρι. Δε με γνωρίσανε. Μόλις μάθανε ποιος είμαι μ' αρχίσανε στις αγκαλιές. Συνέχισα ν' ανεβαίνω στο χωριό. Στο μεταξύ είχα αργήσει και οι δικοί μου ανησυχούσαν. Έτσι, πάνω από το γεφύρι τού Ζαννή συνάντησα το μπάρμπα μου το Βασίλη το Σαραντινό, που βγήκε να με ψάχνει. Με την επιστροφή μου βέβαια γνώρισα τούς παππούδες μου και τούς συγγενείς μας."

"Τελειώνοντας θα ήθελα να πω, πως πριν φύγουμε για τη Μ. Ανατολή, μόλις ξυπνούσαμε, τότε στην πείνα, εγώ, ο Σπύρος ο Κατσαρός, ο Γιώργος ο Κουμέντης, ίσως κι' ο Γιάννης ο Βορριάς, σύνολο πέντε μ' έξη, γυρίζαμε τούς φούρνους τού χωριού. Εμείς είμαστε παιδάκια. Ένα κομματάκι ψωμί να σού δώσει ο καθένας, τη βγάζαμε. Εκείνο όμως που έκανε τον πατέρα μου να μάς πάρει και να φύγουμε, ήτανε όταν τούλεγα με παιδικό παράπονο, πατέρα ο φούρνος του Ζαννή άναψε πάλι. Οι γονείς μου προέρχονταν από μεγάλες οικογένειες. Εκείνη την εποχή ο πατέρας μου δεν ήτανε ακόμα γεωργός. Δούλευε στην Αθήνα. Αυτό κύρια τον εξανάγκασε να οδηγηθούμε στη Μέση Ανατολή."

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios