Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 38, Aύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2004)

 Τσοπανάκος ήμουνα, κατσικάκια ...έχανα

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

επιστροφή με το όποιο κόστος σε ανθρώπους και ζώα". Αρχικά πρέπει να ξεκαθαρίσω να πράγματα με τον κύριο και μετά να κάνω μια έσχατη προσπάθεια συγκέντρωσης τών "κυριών". Κατεβαίνω από το δένδρο, κάνοντας τον αδιάφορο και πλησιάζω με αποφασιστικά βήματα προς το μέρος του έτοιμος για ότι προκύψει. Στην αρχή κάνει τον αδιάφορο αλλά, όταν με νιώθει σχεδόν δίπλα του, επιτίθεται με τον γνωστό του τρόπο.

Ο πετροπόλεμος, που ακολούθησε, δεν άλλαξε καθόλου τα πράγματα. Προσπαθώ να είμαι όσο γίνεται πιο ψύχραιμος και αποφασιστικός, αλλά μονίμως αυτός στέκεται στα πίσω πόδια σε θέση επίθεσης. Αρπάζω από κάτω μια μεγάλη πέτρα και με όλη μου την δύναμη την εκσφενδονίζω. Ω τού θαύματος τον πετυχαίνω στο κεφάλι. Λυγίζει τα πόδια σαν μεθυσμένος και ξαπλώνεται στο έδαφος. Πλησιάζω διστακτικά μήπως είναι κάποιο από τα κόλπα του αλλά, δυστυχώς, διαπιστώνω ότι είναι βαριά τραυματισμένος. Η τσίκνα τώρα, που είμαι δίπλα του, είναι αφόρητη. Τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα και η αναπνοή του βγαίνει με δυσκολία. Προσπαθώ να τον συνεφέρω τραβώντας τον από τα κέρατα αλλά βλέπω ότι δεν κάνει καμία κίνηση. Οι πόλεμοι έχουν και θύματα, σκέπτομαι, τώρα όμως πρέπει να γίνει ανασύνταξη τού κοπαδιού και επιστροφή το γρηγορότερο στο χωριό.

Συνήθως η επιστροφή των κτημάτων στο χωριό ήταν αργά το απόγευμα, λίγο πριν το σούρουπο. Με το που φτάνω στον αυτοκινητόδρομο, ως δια μαγείας, εξαφανίζονται τα σύννεφα και ένας λαμπρός ήλιος κάνει την εμφάνισή του στον ουρανό. Μάλλον είναι νωρίς σκέφτομαι αλλά, δυστυχώς, δεν μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο πλέον.

Όταν φτάνω στα πρώτα σπίτια τού Κάτω Χωριού αρχίζει η επίθεση και τα αρνητικά σχόλια: "βρε, πώς έφερες τα κτήματα μεσημεριάτικα;", "οι κατσίκες μου πού είναι;" , "ο τράγος μου;". Οι απαντήσεις   πρέπει    να  είναι    πειστικές    και    αποστομωτικές,

σκέπτομαι. Εγώ όσες πήρα τόσες έφερα, άντε να μού ξέφυγε καμία αλλά δεν το πιστεύω. Όσο για τον τράγο δεν τον είδα καθόλου. Πού να κάθομαι να δίνω εξηγήσεις για τα όσα πέρασα! Και ποιος θα με καταλάβαινε. Συνεχίζω το δρόμο μου για το Πάνω Χωριό, ακούγοντας τούς εξάψαλμους πίσω μου.

Στο Πάνω Χωριό, μία από τα ίδια. Εδώ οι επικρίσεις αφορούσαν την ώρα άφιξης, γιατί, κατά διαβολική σύμπτωση, άπασες οι κατσίκες ήταν παρούσες! Κάτι είναι και αυτό, σκέφτηκα.

Το βράδυ άρχισαν να καταφτάνουν στο σπίτι άνθρωποι από το Κάτω Χωριό για να πληροφορηθούν για την τύχη τών ζωντανών τους. Δυστυχώς δεν ήμουν σε θέση να τούς πληροφορήσω, μιας και δεν ήξερα καθόλου την περιοχή που είχα πάει. Για τις επόμενες δύο μέρες αρκετοί άνθρωποι έψαχναν τα κατσίκια τους στις πλαγιές τής Αμανής. Ο τράγος επέστρεψε μόνος του μετά από καιρό και χρειάστηκε ένα μήνα για να συνέλθει. Για "κυρίες" και συντροφιές ούτε λόγος!

Όσο για 'μένα, έσκισα το μάστερ και έμεινα για πάντα εκκολαπτόμενος βοσκός!!!


Ο Αντώνης Καρούσης

Ο Αντώνης Καρούσης, ήταν ο βοσκός τών αιγοπροβάτων στα Κουρούνια και μιά απο τις πιο χαρακτηριστικές και αγαπημένες μορφές του χωριού

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios