Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 39, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2004 - Ιανουάριος 2005)

 Χρωστώ σου;

του Γιάννη Γ. Μιχαλάκη

Τις δυσκολίες τής ζωής, τις συνειδητοποιούσαμε στα χωριά μας "εξ απαλών ονύχων". Δυσκολοθόρητο το χρήμα για τούς μεγάλους και πιο δυσκολοθόρητο για μάς που βρισκόμαστε στα χρόνια τής παιδικής αθωότητας.

Περιμέναμε να γίνει βάφτιση στο χωριό, να είναι χουβαρδάς και βασταζούμενος ο "παϊρής" , να πετάξει καμιά δεκάρα για μαρτυριάτικα και να ορμήσουμε εμείς μέσα στα πόδια τών μεγάλων για να πιάσομε καμιά. Ή να τελειώσει το μάζεμα τών αμυγδάλων και τών καρυδιών, να πάρουμε σβάρνα τα χωράφια μας και να μαζέψουμε όσα αμύγδαλα και καρύδια είχαν ξεφύγει στο πρώτο μάζεμα.

Ένας ακόμη τρόπος προσπορισμού χρημάτων ήταν το "ευχέλαιο", αλλά δεν είναι τού παρόντος. "Ευχέλαια" έκαναν οι μεγάλοι, που είχαν αρχίσει να καπνίζουν τσιγάρα, να γαμπρίζουν και να χορεύουν. Εμείς, τα μικρά, αν τύχαινε και είχε γεννήσει καμιά αγελάδα μας ή γαϊδούρα μας, φιλοδοξούσαμε, όταν πουλούσαν οι γονείς μας τα μικρά , να εισπράξουμε από τούς αγοραστές τα "βουκολιάτικα".

Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, είχα μεγάλη αγωνία πότε θα μεγαλώσει το νταναδάκι μας, να το πουλήσομε και να εισπράξω τα βουκολιάτικα. Κανονικά θα έπρεπε να τα πάρει η αδερφή μου, η Μαρία, που το βουκόλευε όλους αυτούς τούς μήνες. Εκείνη, όμως, είχε δεθεί συναισθηματικά μαζί του και κάθε φορά που ο πατέρας ανέφερε το πούλημά του, εκείνη έβαζε τα γούριαλα κι έπεφτε όξω από το σπίτι, να μην ακούει.

Όταν έξω από το σπίτι μας σταμάτησε ο τσαμπάφτης, ο Κόπανος, (ξεχνώ το μικρό του όνομα) και ρώτησε αν πουλάμε το νταναδάκι, η Μαρία του απάντησε κοφτά "όχι". Ο πατέρας, όμως, που την άκουσε, φώναξε μέσα το ζωέμπορο και άρχισε τα παζάρια.

Δύο πάνω-δύο κάτω, στο  τέλος  συμφώνησαν  και  έδωσαν  τα

χέρια. Για ένα μικρό ποσόν, που έμεινε διαφιλονικούμενο από τις δυο πλευρές ο τσαμπάφτης είπε στον πατέρα μου: "Καλά βρ' αερφέ, α τα δόκω τού μικρού, μαζί με τα βουκολιάτικα!"

Η δική μου φαντασία άρχισε να οργιάζει. Σε λίγες μέρες ήταν το πανηγύρι τού Αη-Γιάννη και τα μάτια μας θα θαμπώνονταν από τον πλούτο τής τάβλας τού Σάββα τού Λαγκαδούση. Παστέλι όλο ζάχαρη και μέλι, σουγιάδες, σβανάδες, μέντες, σφυρίχτρες, λουκούμια, όλα τα πλούτη τού κόσμου μάς έφερνε ο ευλογημένης μνήμης εκείνος γέροντας.

Όταν ήρθε η ώρα να αποχωρήσουμε τη μάνα αγελάδα από το ανήλικο νταναδάκι της, η προσπάθεια απέτυχε. Έτσι ο πατέρας μου μού ανέθεσε να πάω με την αγελάδα μέχρι τον καβαλάρη. Όταν θα "γκίβαμε" την πλαγιά και δεν θα φαινόταν πια το χωριό θα έπρεπε να γυρίσω πίσω με την απαρηγόρητη αγελάδα μας.

Η προσπάθεια αποχωρισμού των δύο ζώων, όμως, απέτυχε για δεύτερη φορά. Έτσι ο αγοραστής μού πρότεινε να πάω "λιγάκι πιο κάτω".

Ήταν τόση η αγάπη τών δύο ζωντανών που μόνο όταν φτάσαμε στα Νενητούρια και αποκλείσαμε το νταναδάκι στο σταύλο τού Μιχάλη τού Κεφαλονίκα καταφέραμε να τα χωρίσομε. Πήρα την αγελάδα, περίμενα τα βουκολιάτικα ο Κόπανος, όμως, είχε γίνει άφαντος. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν είχε χαθεί αλλά είχε κρυφτεί για να αποφύγει να μού δώσει το μικρό χαρτζιλίκι πήρα το δρόμο τής επιστροφής.

Εν τω μεταξύ είχε νυχτώσει για τα καλά. Ευτυχώς ένα ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε το δρόμο. Παράλληλα, όμως, το φως έκανε παράξενα σχήματα με τις σκιές τών δέντρων ενώ οι κρωγμές τών νυχτόπουλων γέμιζαν τη ψυχή μου με φόβο. Όταν φτάσαμε στον ποταμό τού Κουμαριά, που τότε σκεπάζονταν από πλατάνια και το  σκοτάδι  ήταν  αδιαπέραστο, τα χρειάστηκα.  Και  μη  έχοντας


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios