Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 9ος, ΤΕΥΧΟΣ 39, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2004 - Ιανουάριος 2005)

 Χρωστώ σου;

του Γιάννη Γ. Μιχαλάκη

άλλο αποκούμπι, αγκάλιασα τη μελισσή μας αγελάδα από το λαιμό και μαζί περάσαμε το ποτάμι που φημίζονταν για τις "νεραΐες" κάποιες ώρες τής νύχτας. Ευτυχώς την νύχτα εκείνη, δεν είχαν κέφι για χορό...

Όταν φτάσαμε στον Καβαλάρη και αντίκρισα τα φώτα τού Φτενάδου στην αρχή, όλου τού χωριού αργότερα, η ψυχή μου πήγε στον τόπο της. Ένοιωθα την ασφάλεια τού χωριού και την προστατευτική ανάσα τών χωριανών.

Στη γυστέρνα τού Γαλανά άκουσα να φωνάζουν το όνομά μου. Ήταν η μητέρα μου που είχε ανησυχήσει. Τής αποκρίθηκα με τρεμάμενη από φόβο και συγκίνηση φωνή.

-Πού είσαι βρε; Με ρώτησε.

-Στου Γαλανά, τής απάντησα

Στην Κοκίστρια, λίγο πριν φτάσομε στο δικό μας ποταμό, που επίσης ήταν άντρο ξωτικών, έφτασε η μητέρα μου με ένα φανάρι στο χέρι και έναν εξάψαλμο στα χείλη, εξ αιτίας τού φόβου που είχε πάρει από την πολύωρη καθυστέρησή μου.

Περίμενα μεγαλύτερο εξάψαλμο από τον πατέρα μου, ενδεχομένως και καμιά αξανάστροφη. Εκείνος, όμως, μού χαμογέλασε και με ρώτησε.

-Σού 'δωκε βρε βουκολιάτικα;

-Όχι, του απάντησα

Ο πατέρας κοιτάχτηκε με τη μάνα και είπε μια κουβέντα. που έκαμε τη μάνα να δαγκώσει τα χείλη της, γιατί ήταν από εκείνες που δεν ξεστομίζονταν -τα χρόνια εκείνα- μπροστά στα παιδιά.

Τα χρόνια που ακολούθησαν έφεραν νέα ενδιαφέροντα συμβάντα και προβλήματα στη ζωή μας, τα βουκολιάτικα καταχωνιάστηκαν σε κάποια γωνιά τής μνήμης μου.

Το 1965 εργαζόμουν στο ιδιαίτερο γραφείο τού Νίκου Ζορμπά, που για ένα μικρό χρονικό διάστημα είχε διατελέσει υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας.

Ανάμεσα στους ανθρώπους που απευθύνθηκαν στον υπουργό για λύση κάποιου προβλήματος ήταν και ο Κόπανος. Το πρόσωπό του, κυρίως όμως, η φωνή και η ιδιότυπη εκφορά τού λόγου του, ανέσυραν από τη μνήμη μου τη ξεχασμένη εκείνη ιστορία.

Μετά από τρεις ή τέσσερις επισκέψεις στο γραφείο, τον φώναξα να κάτσει δίπλα μου. Δεν με είχε γνωρίσει.

-Άκου, τού είπα, η δουλειά που θέλεις χρειάζεται καιρό για να γίνει, δεν εξαρτιέται από τον Ζορμπά αλλά από άλλον υπουργό. Αντί να κάθεσαι, λοιπόν, στην Αθήνα και να ξοδεύεσαι, πήγαινε στο χωριό σου και την υπόθεση θα την παρακολουθήσω εγώ. Όταν έχομε απάντηση σε ειδοποιώ και ανάλογα πράττομε.

-Τι λες βρε παιΐ μου! Α μου την κάμεις ευτή τη χάρη; Και πώς α σού τη ξεπλερώσω;

-Δεν πειράζει, τού αποκρίθηκα, θα μού την ξεπληρώσεις μαζί με τα βουκολιάτικα.

-Χρωστώ σου;

-Χρωστάς μου, τού είπα και τού αφηγήθηκα την ιστορία τού νταναδιού, τού τρόμου και τών βουκολιάτικων που δεν πληρώθηκα.

Εκείνος με κοίταξε καλά-καλά, χαμογέλασε πονηρά και αποφεύγοντας ν' απαντήσει επί τής ουσίας, σχολίασε.

-Εσύ 'σαι βρε Γιαννάκι; Βρε φτού σου να μη σε ματιάσω… Κοίτα μου!!! Κύριος με γραβάντα έγινες...

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios