Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΗ θεία Κάθυ

Αναδημοσίευση απο το βιβλίο του συγχωριανού μας δημοσιογράφου Γιάννη Γ. Μιχαλάκη Τά Μπρουκλιώτικα

 

Η θεία Κατερίνα, δέν έμαθε γράμματα. Στό χωριό της, στά χρόνια της, τά γράμματα - ακόμη καί του δημοτικού σχολείου - ήταν γιά τ' αγόρια. Τά κορίτσια, ήταν γιά τά χουσμέτια των σπιτιών καί των χωραφιών. Καί μεγάλωναν ανάμεσα στό πότισμα των ζωντανών, τόν θέρο καί τόν τρύγο, τό όργωμα καί τό λιομάζι, μέ τή μαγουλίκα τυλιγμένη στό κεφάλι, πότε γιά τό κρύο, πότε γιά τό λιοπύρι.

Μά στίς μικρές χαρές, στίς χαρές του πανηγυριού, του γάμου, των γιορτάδων, ή μαγουλίκα γίνονταν όμορφη πλουμιστή Σμυρνιά μαντήλα, πού δένουνταν μέ χάρη πίσω από τούς ώμους νά τιθασεύει τά χρυσά όλο μυρωδιά φρεσκοπλυμένα μέ καρυδόφυλλα μαλλιά η αφίνονταν λυτή, μέ χάρη νά κρέμμεται πάνω στό περδικόστηθο κορμί, μ' όλόφωτο τό πρόσωπο, ετσι πού τρελλαμένα τά παλληκάρια του χωριού, νά τρέχουν νά γυρεύουν προξενιό, νά κάμουν τήν μαντήλα άσπρο νυφιάτικο στεφάνι. Νά ξεσηκώνεται τό χωριό μέ δύο βδομάδων γλεντοκόπημα.

Καί ύστερα, ξανά ή μαντήλα ή καθημερινή, ξανά του βουδιού η οριά, ο κάματος στα προυκισμένα απο τους γονιούς χωράφια. Χωρίς ανασασμό, χωρίς ξαπόσταμα, χωρίς γιατρό στόν έρχομό του πρώτου βλασταριού πού θά γεμίσει χαρές καί λαχτάρες τίς κάμαρες του σπιτιού, ούτε του δεύτερου, ούτε του όσα μας δώκει ό Θεός, αιώνια νά γυρίζει ό τροχός σάν τήν παλιά λουκάνη πού χρόνια αλέθει τά σιταρικά της φαμελιάς.

Η θεία Κατερίνα στάθηκε τυχερή. Τό είπαν όλοι στό χωριό.

- Τύχη βουνό.

Τό παλληκάρι πού τήν γύρεψε γιά σπιτικό, δέν ήταν της δούλεψης των χωραφιών. Ψηλός, λιγνός, μορφοντυμένος, λιγάκι νά μασά τίς δύσκολες λέξεις, νά πετά πότε - πότε καί καμμιά ξενηκιά. Κι όλα του όμορφα, όλα του περιχυμένα μέ τή λέξη τή μαγική.

- Αμερικάνος...

Από τούτη τή χώρα τή μαγευτική έρχεται, πού οί αθρωποί της δέν ξέρουν τίς λέξεις πείνα, ξυπολυσιά, φτώχεια, μιζέρια καί κακομοιριά. Καί στή χώρα έκείνη της έδινε τό χέρι νά τήν πάρει τό λυγερό παλληκάρι.

Κι όλα απ' έδώ κι' έμπρός, ανάμεσα σέ φαντασία καί πραγματικότητα, ανάμεσα στό ξύπνιο καί τό όνειρο. Πολύ θά τόθελε ή θεία Κατερίνα νά δοκιμάσει μέ τίς φούχτες της - δπως πρίν είκοσι μέρες στό χωριό της - τό νερό τούτης της θάλασσας, πού ώρες τώρα ταξιδεύει ανάμεσά του τό παπόρι πού τούς έφερε στό μαγικό κόσμο. Μά ό Τζίμης, ό άντρας της, γελάει καί της λέει πώς δέν είναι θάλασσα, μά ποταμός καί τό νερό του είναι γλυκό καί έρχεται από πολύ μακριά, από κεί πού υπάρχουν τά βουνά.

- Γιατί τάχα είναι πλούσιος αυτός ό τόπος;

- Γιατί έχει βουνά, μεγάλους ποταμούς πού κουβαλούν θροφές, καρπίζουν τά χωράφια καί τά δέντρα, γίνονται ενα μεγάλο πολύ μεγάλο περιβόλι, χιλιάδες φορές πιό μεγάλο από τόν Κάμπο της Χίου.

- Σωστά μιλείς. Γιατί άν κλείσεις στά μάτια σου όλη τή Χίος, καί τήν αποθέκεις απάνω στήν Αμερική, τί θάναι; Έ! πέ μου, τί θάναι; Ένα σωρουδάκι πέτρες, σάν τίς χαλικουριές τών χωραφιών.

Κι' ωστόσο, θάρθει ώρα πού θά πονέσεις τούτη τή χαλικουριά θά πείς:

- Θεέ μου, γιατί ξεχώρισες τίς πέτρες απέ τό χώμα; Άς ήταν νάναι έδωνά κοντά ή Χίος, νά βλέπαμε τά Ήμερα πετροβούνια της, τά ξερά πλάγια της καί τίς βουερές χειμωνιάτικες νεροσυρμές, νά πίναμε νερό από τήν Παγούσαινα, νά ξανασαίναμε στης Κατάβασης τά πλατύφυλλα πλατάνια, νά φανταζώμαστε από τών ' Αγιασμάτων τήν αμμουδερή ακροθαλασσιά τήν απεραντοσύνη κι' από τήν κορυφή του Πελιναίου νά καμαρώνουμε τόν τόπο μας, τόν φτωχό μά δικό μας τόπο.

Στό Τσέστερ πού άνοιξαν τό σπιτικό τους, δέν φύτρωναν μόνο δέντρα  πανύψηλα.  Πιό  πάνω  κι' απ'  αυτά, θεώρατες καμινάδες


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios