Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΗ θεία Κάθυ

Αναδημοσίευση απο το βιβλίο του συγχωριανού μας δημοσιογράφου Γιάννη Γ. Μιχαλάκη Τά Μπρουκλιώτικα

 

ξερνούσαν σύννεφα όλάκερα μαύρο καπνό, πού μύριζε αθρώπινο ίδρω, αγώνα, όνειρα, καημούς, νοσταλγία, μιάς παράξενης αθρώπινης μάζας, μαύρων, λευκών, καλών καί κακών, πού σκυμένοι αμίλητοι πάνω στόν ίδιο σκοπό, δουλεύουν γιά τό καλό της φάμπρικας καί τή δική τους ζήση, χωρίς ανασαμό, χωρίς ένα χαμόγελο, χωρίς ένα λόγο. Καί τί νά πείς μέσα σέ τούτη τήν πανσπερμία τών φυλών καί τών γλωσσών; Μαθαίνεις νά χαμογελάς ψεύτικα, όσο μπορείς καί νά μουρμουρίζεις ένα παγερό... ’λό.

Καί σέ τούτο τό ’λό, πού είναι καί καλημέρα, είναι καί καλησπέρα, είναι ότι, τι γεμίζει τήν ψυχή σου χωρίς δυνατότητα νά γίνει λόγος ζεστός, κλείνεις όλο τόν κόσμο της δουλιάς σου.

Κι' ό νούς πάλι πεταρίζει κατά τό νησί, ε ρέ καί νά κάναμε δανεικούς νά σκάψωμε τ' αμπέλια, νά χωρίσωμε τά «έργα» καί νά μουρώσωμε στό σκάψημο, στό ξεντέριασμα της γης, μέχρι ή τσάπα μας ν' ακουμπήσει τήν πάνω πεζούλα νά πειράξωμε κείνους πού πιό αχαμνοί μείναν πίσω, νά κάτσωμε νά κάμωμε τσιγάρο, νά σαλαγιάσωμε τόν ίδρω μέ δυνατή σούμα καί ξερά σύκα καί αμύγδαλα, νά πούμε δυό κουβέντες αθρώπινες, συντροφικές, ζεστές.

- Δέν βαριέσαι, δουλειές χωρίς διάφορο.

Η θεία Κατερίνα, δέ δούλεψε στή φάμπρικα. Ο Τζίμης έλεγε πώς μέ τό έργατιλίκι, δέν κάμνεις «κάτι τις». ’v θέλεις προκοπή, πρέπει νά κάμεις μπίζνες. Έτοιμες από πρίν οί δικές του, γροσαρία στή γωνιά του αντικρυνού μπλόκου. Κι' ή θεία στήν κουζίνα, νά ξεσκονίζει τίς κάμαρες από τίς καπνιές της φάμπρικας, νά μαγειρεύει καί νά κουβαλάει τό πιάτο τό φαί του Τζίμη στήν απέναντι γωνιά, γιατί έδώ δέν εχει ακαμωσιές, τά μαγαζιά δουλεύουν μέρα - νύχτα, όσες ώρες θέλουν. Κι' ό Τζίμης τόχε ανοιχτό σκόλη - καθημερινή, μέρα καί νύχτα, μέχρι πού νά καταλαβαίνει πώς τά πουδάρια του δέν τόν ακολουθούν πιά θέλουν τρείς - τέσσερεις ώρες νά ξεκουραστούν. Μά έτσινά γίνεται

τό βιός, πένι - πένι, νά πάρωμε σπίτια, κάρο, νά βάλωμε στή Μπάνκα, νά στείλωμε δέματα στήν πατρίδα.

Ύστερα ήρθαν τά παιδιά νά γεμίσουν τίς άδειες κάμαρες, μέ τίς φωνές, τά κλάματα, τίς αγωνίες καί τίς χαρές τους. Καί τό χωριό, όλο καί ξεθωριάζει, όλο καί πιό αραιά γίνονται τά γράμματα, τώρα πού έφυγε κι' ό πατέρας.

Ο πόλεμος. Ξανά καί πάλι πόλεμος. Σά φίδι φαρμακερό πού ξύπνησε ύστερα από χειμωνιάτικο νάρκωμα, απλώνεται βάρβαρος καί αχόρταγος νά κατασπαράξει τά νιάτα της Ευρώπης, νά κάμει τό τραγούδι θρήνο, τό τσαπί ντουφέκι φονικό, τά μικρά αθρώπινα όνειρα μνημούρι σκοτεινό. Κι' ή θεία Κατερίνα, νά μή μπορεί νά διαβάσει αμερικάνικες εφημερίδες, νά μή καταλαβαίνει ήντα λέ τό ράδιο μέ τά αλαμπουρνέζικά του, νά μή φτάνει ώς έκείνη τό βουητό κι' ή αντάρα.

Ο Τζίμης, ολημερίς κι ολονυχτίς στή γροσαρία νά μετρά δολλάρια καί μπάξια, νά κάμνει λογαριασμούς στό σπίτι, ανοίξαν βλέπεις οί δουλιές μέ τό πόλεμο, όσοι απομένουν ζωντανοί, τό ρίχνουν στό φαί. Μονάχα ανάμεσα σέ δυό μπουκιές, στό πρωϊνό τό ξύρισμα καί τόν καφέ, τούπαιρνε δυό - τρείς λέξεις βιαστικές.

- Αλβανία.

- Γερμανοί.

- Αντίσταση.

- Πείνα

- Πείνα; Καλέ χρουσή μου Παναγιά, ήντα πείνα σ' ετούτο τόν τόπο, πού δέν χόρτασε ποτέ του ψωμί;

Γράμματα δέν έρχονται πιά από τήν πατρίδα. Μονάχα μιά λέξη: Πείνα... Πεθαίνουν, λέει οι άθρωποι, στό δρόμο.

Ο Τζίμης τηλεφωνεί κι' είναι όλο νεύρα.

- Γιές, τελέψανε οι χέμπουργεζ καί το τσίς καί τό μπάρε, στείλε μου από δέκα μπάξια.

- Πρήσκονται, λέει, οι άθρωποι, γιατί εν τρώσι λάδι.

- Γιές βρέ ψωροαερίστα, καί λάδι. Γιές,  στείλε  μου  καί  τουέντι

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios