Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΗ θεία Κάθυ

Αναδημοσίευση απο το βιβλίο του συγχωριανού μας δημοσιογράφου Γιάννη Γ. Μιχαλάκη Τά Μπρουκλιώτικα

 

μπάξια όιλ. Νό τέν, τουέντι. Δέν φτάνουν δέκα, άμα δέν έχεις νά κόψεις τό λαιμό σου. Γιού νό βαρ ιμήν;

Καί ή γριά μου; Πού ήταν ζαίφισσα; Καί τά παιδιά; Έξη έχει ο Γιάννης μας, εφτά ο Νικολής μας, τέσσερα η Δεσποινού, τέσσερα καί ή Μαριγώ. Κι όλα μωρά, τό ένα κοντά στό άλλο.

- Ευτό πού σου λέω εγώ. Κι' άμα κάμνεις τσιριτσάντσουλες, έχει κι' αλλού πορτοκαλιές. Όλ ράιτ. Στίς πέντε τό πρωί θά μου τά φέρεις. Γιές φάιβ οκλόκ, στίς έξη ανοίγω, πότε θά τά τακτοποιήσω στά ράφια;

- Αραέ μου, νά ζιούν, τουλάχιστον; Λάδι έχει στό χωριό δέν πρέπει νά πρήστηκαν.

- Νό δέν θέλω μαρούλια, σαπίζουν καί τά πετώ. Ούτε ψωμί, ξεραίνεται καί δέν πουλιέται τήν άλλη μέρα.

- Κάμνουν, λέει τά γουρουνοβάλανα ψωμί καί τό καλαμπόκι γλυκό, τά ομπρελλόπανα φουστάνια, τά καβακόξυλα τσούκαρα, εφάγαν καί καμπόσα γαϊδουράκια, σάν τούς Μεσολογγίτες πού εφάγασι τούς σκύλους καί τούς κάτες καί άμα μάς τόλεγε ό δάσκαλος, εκάμναμε «Αγιά καμός»

Τήν θεία Κατερίνα, τήν παίρνει τό παράπονο, ανοίξαν πιά τά μάτια της, συνήθισε στό κλάμα.

Ο Τζίμης τήν κοιτάζει παραξενεμένος.

- Πώς είν' πού κλαίς τώρα; Ότι τούς κάμει ο θεός. Μονάχα οι δικοί σου αθρώποι υποφέρουν; Ο μισός κόσμος είναι. Νά, τώρα ήμπαμε κι' εμείς στόν πόλεμο. Η Αμερική. Οι κερατάδες οι Γιαπωνέζοι μάς εμπομπαρδίσαν τά παπόρια μας κι' εθύμωσεν ο Πρέζιντεντ, ο Ρούζβελτ καί τούς λέ: "Έτσι είστε βρέ κερατάδες Γιαπωνέζοι; Τώρα θά δείτε. Καί στέλλει στρατό στήν Ευρώπη, στέλλει στή Γιαπωνία, στέλλει μπόμπες καί σφαίρες, νά δείς πού α' τούς ξεκάμει όλους.

- Θροφές, στέλλει;

- Ξέρω γώ; Πρέπει νά στέλλει καί θροφές γιατί εκριβήναν τά πράματα, ελιγοστέψαν, φαίνεται πώς έπεσε πολυδοντιά.

Σά νά ξεθόλωσε λιγάκι ό νους της θειάς Κατερίνας, σά νά γελά πότε - πότε καί ό Τζίμης.

- Είδες πού σου τάλεα εγώ; Δέ θ' αργήσουν νά τελέψουν. Η Ιταλία έφυε από τήν παρέα, ό Μουσολίνης είναι ντέντ, από πάνω οι κόκκινοι οι Ρώσοι κάμνουν φαίνεται καλή δουλιά κι' άς τούς έχω στό στομάχι, εκεί λέει στό Στάλιγκραν τούς τίς εδώκαν τών Γερμαναράδων, εβάλαν τήν οριά μέσα στά σκέλια καί γυρίζουν πίσω, οί δικοί μας εκάμαν απόβαση στήν Νορμανδία, τούς κυνηγούν όλοι μαζί.

Τήν νίκη, δέ χρειάστηκε νά της τήν πεί κανένας της θείας Κατερίνας. Τήν έμαθε από τόν κόσμο πού ξεχύθηκε στούς δρόμους της μικρής τους πόλης μέ σημαίες καί σημαιάκια, φωνές τραγούδια καί μιά λέξη μαγική πού δέν χρειάστηκε λεξικό τούτη τή φορά γιά νά μάθει, τί μύρισε στόν αγέρα:

Β ί κ τ ο ρ ι, Βίκτορι, Βίκτορι. Πρώτη φορά βγήκε από τό σπίτι της, ανακατεύτηκε μέ τόν κόσμο, σήκωσε τό χέρι της σέ V , φώναξε μ' όλο της τό κουράγιο...

Β ί κ τ ο ρ ι, Βίκτορι, Βίκτορι.

Μιά μέρα ολάκερη, γέμιζε κόλλες μέ τά κατσουνωτά της γράμματα. Ήθελε νά μάθει πρώτη νέα από τήν πατρίδα, άν ζουν, άν είναι καλά.

Καί τά χαμπάρια ήρθαν. Η καημένη ή μητέρα συχωρέθηκε, όλοι οι άλλοι είναι καλά, ζήσανε, τούς έζησαν εκείνα τά ιερά τά ιδρωκοπημένα χώματα, δόσαν όλο τό λιγοστό ζουμί τους, αντίδερο ιερό στά κόπια τους καί ζήσανε. Μά νά πουμε τήν αλήθεια, δύσκολα πολύ, ο πόλεμος έφυγε, ή πείνα, ή γύμνια μείναν.

Η θεία Κατερίνα μαζεύει ότι ρούχο βρεί μπροστά της γεμίζει τσουβάλια, τά παίρνει στόν ώμο μέχρι τό ταχυδρομείο. Μεγάλο τό σόι, πολλά τά κορμιά πού θέλουν ρούχα, πολλά στομάχια πού περιμένουν.

Ο Τζίμης καί τά παιδιά γκρινιάζουν, πότε χάνουν  τά  παντελόνια

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios