Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΗ θεία Κάθυ

Αναδημοσίευση απο το βιβλίο του συγχωριανού μας δημοσιογράφου Γιάννη Γ. Μιχαλάκη Τά Μπρουκλιώτικα

 

τους, πότε τά παπούτσια, πότε οί κονσέρβες κάμνουν φτερά από τά ράφια της γροσαρίας.

- Σάν πού πάς εσύ, γρήγορα θά γυρίζωμε αξεβράκωτοι.

Το καταλαβαίνει η θεία δέ μπορεί νά συνεχιστεί τό ξεσπίτωμα. Στήν εκκλησιά ό παπάς χαμογελά, μά «μεγάλες είναι οί ανάγκες της πατρίδας τέκνον μου, της λέει, ο καθένας βοηθά τούς δικούς του, τί νά σου κάμω»;

Παίρνει βόλτα τίς γειτόνισσες, μ' όσα εγγλέζικα μπορεί μέ πιό πολλές χειρονομίες τούς λέει τί θέλει. Ξέρουν καί κείνες, ξέρουν τόν πόλεμο. Ξέρουν τήν πείνα πού δέρνει τήν πατρίδα της Κάθυ.

- Κάθυ; Γελά η θεία. Ήμαρτόν σου Κύριε ήντα όνομα πού μου κολλήσασι, άν τό μάθουν στό χωριό αλλοίμονό μου, καθύκι θά μέ φωνάζουσι, μά κακά ψυγρά, φουστάνια καί παπούτσια καί θροφές νά δίνουν γιά τούς αθρώπους μας.

Σπίτι γιά σπίτι δέν αφήνει ή θεία Κατερίνα, τήν μάθαν πιά της φωνάζουν:

- Όoυ Κάθυ, όλα τά παιδιά τής Ελλάδας θά ντύσεις μέ τά ρούχα πού μαζεύεις.

- Όλα παιδιά σου είναι; Όλα ανήψια σου;

- Γιές, γιές, λέει ή θεία, όλα δικά μου είναι, όλα μανάδες έχουν, μά πού νά καταλάβετε εσείς καλοζωησμένες μου, επεινάσετεν ποτέ σας, γιά σάς έλειψε τό ρούχο καί τό παπούτσι γιά νά δείτε τή γλύκα.

Γελούν οι Αμερικάνες, γελούν μέ τήν αγωνία της γεννημένης στήν ανέχεια χωριατοπούλας, μά ανοίγουν τίς κάμαρες.

- 0κέυ Κάθυ, πάρε το φουστάνι μου, τό παντελόνι μου, θές καί την ποδιά της κουζίνας, καί τούς τσουκαλοπιάστες, καί τό φουστάνι του χορού τό ξώπλατο μέ τά χρυσά γιαλιστερά γοβάκια;

Κι' η θεία, ζητιάνα της ρημαγμένης Ελλάδας τα παίρνει όλα γεμίζει τα τσουβάλια καί γελά, γελά πού σκέφτεται τήν ανηψιά της τή Μαρία, να φορεί τα χρυσά γοβάκια στα χοντροπόδαρά της

και τό μακρύ φουστάνι του χορού καί νά κουνιέται άγαρμπα καί νά κάμνει τή μεγάλη κυρά...

Από πίσω της, ξέρει πώς οι φιλενάδες της, Αμερικάνες κουνούν τό κεφάλι τους μέ συμπάθεια καί άμα συναντηθούν τά μάτια τους λένε σιγά - σιγά:

- Ω μπόι! Τάχασε ή Κάθυ, μά δέν τήν πειράζει... Κουβαλά τά δέματα στο ταχυδρομείο, μέ τό ίδιο πάντα σχόλιο:

- Κακά ψυχρά...

Ο πρώτος του σογιού της πούρθε στήν Αμερική, ήταν ό Θεοδόσης, δέκα - εφτά χρονών παλληκαράκι, ξέμπαρκο από φορτηγό παπόρι. Η θεία γιά μιά στιγμή έμεινε νά τόν περιεργάζεται, του πιάνει τό πρόσωπο, τή μύτη, τά μαλλιά. Μαυριδερό κεφάλι, πρόωρα σκαμμένο πρόσωπο, έξυπνα πολυκίνητα μάτια. Απαλά τ' αποθέτει ένα φιλί, ύστερα άλλο. Καί ξαφνικά, βρίσκει τόν εαυτόν της τή φύτρα της σ' ετούτο τό λιπόσαρκο μαυριδερό μυξιάρικο, ανοίγει τήν αγκάλη της, τό σφίγγει μέ λαχτάρα, κλεί μέσα της όλα όσα στερήθηκε καί νοστάλγησε, τό σπίτι, τούς δικούς της, τήν πατρίδα.

Κι' όσο τόν σφίγγει, τόσο η λαχτάρα μεγαλώνει, τό δάκρυ γίνεται αναφιλητό θέλει νά γίνει ένα μαζί του, νά γυρίσει στίς ρίζες της, στή Χίο.

Όταν κατάφερε νά συνεφέρει τόν εαυτόν της, τούτο μόνο μπόρεσε νά πεί:

- Ίδιος Ο μακαρίτης ό Κύρης μου. Καί κλείστηκε στΗν κάμαρά της νά χορτάσει κλάμα.

Ύστερα κατέβηκε στήν κουζίνα, Έβαλε καφέ, γάλα, έκοψε κέκι, έψησε στέκι, τηγάνισε ψάρια, σούρωσε μακαρόνια, γέμισε τό τραπέζι φαγιά.

Τά παιδιά γελούν.

- Όλα θά τα φά Μά ο Τεό;

- Πώς βρέ σείς, πολλά είναι; Τό παιδί είναι ξέμπαρκο, ποιός ξέρει άν είχε λεφτά νά φά, σκαστός σάμ πού έφυε, πού  ακόμη  έν  ήρτε

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios