Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΗ θεία Κάθυ

Αναδημοσίευση απο το βιβλίο του συγχωριανού μας δημοσιογράφου Γιάννη Γ. Μιχαλάκη Τά Μπρουκλιώτικα

 

καί του κόψετεν κι' όλας τό όνομά του. Άκου Τεό. Ήντα απεί Τεό. Θεοδόση νά τόν λέτε πού ελέασι καί τόν πατέρα μου.

- Μα αυτό Μά δέν είναι όνομα, είναι ρέινρουουλ, πώς τό λένε, σιδηρόδρομος, καί σκάσαν στά γέλια.

Στή γροσαρία πού τόν έβαλε ό Τζίμης νά δουλέψει, ήταν σβέλτος καί προκομένος. Σήκωνε τά μπάξια δυό - δυό, στοίβιαζε τά εμπορεύματα στά ράφια, έβαζε τά πράγματα τών πελατών στίς σακκούλες καί σιγά - σιγά άρχισε νά παίρνει τό αφτί του λέξεις. Μίλκ, μπρέντ, ποτέιτος, έγγς, τίς μάρκες τών τσιγάρων.

- Βρέ τόν κερατούκλη έλεγε ό Τζίμης καταφχαριστημένος, μιάν λέξη νά πιάσει τό αφτί του, ωχονους καταλαβαίνει ήντα θέλει ο πελάτης. Μπορεί νά μήν έχει μπόι, μά είναι καπάτσος καί γλήγορα θά πά μπροστά.

Μονάχα η θεία Κατερίνα παρακολουθούσε μέ αγωνία καί τίς άλλες εξελίξεις του Θεοδόση. Παρέες μέ Αμερικανάκια καί κοριτσάκια, καμιά φορά εμίλιε καί τό στόμα του έβγαζε μιάν αποφορά μπύρας καί τσιγάρου.

0 Τζίμης πού του τάλεγε, εγέλα.

- E, άντρας είναι, νά μήν εχει καί καμιά γιαβουκλού , νά μάθει καί πιόν εύκολα τή γλώσσα;

Μά ή θεία δέν ησύχαζε. Καί κάθε βράδυ, τούδινε συμβουλές.

- Θοδοσάκι, Θοδοσάκι, εδώ παιδί μου είναι ξένη χώρα, δέν είναι ή Χίος κι' έχει κόσμο απέ κάθε καρυδιάς καρύδι, τά μάτια σου τέσσερα. Μή πίνεις, μή καπνίζεις, μή γυρίζεις μέ κακιές παρέες, νά τρώς καλά γιατί εδώ τό κλίμα είναι βαρύ καί θέλει καλό φαί, να μή μου αρρωστήσεις, γιατί εγώ έχω ευθύνες στούς γονιούς σου, νά μή πάρεις τόν κακό δρόμο, νά μή ξοδεύγεις τά λεφτά σου, νά τά βάζεις στή Μπάνκα. Λαθραίος είσαι, άν σέ πιάσουν νάχεις δυό παραδάκια, ώσπου νάβρωμεν μιάν κοπέλλα, νά σέ παντρέψωμε νά μείνεις στήν Αμερική. Είναι καλή πατρίδα η Αμερική άμα είσαι προκομένος καί οικονόμος.

Μά  ο  Θεοδόσης  πού  έχει γίνει πιά Τεό, αποκαμωμένος από τήν

κούραση καί τίς μικροδιασκεδάσεις, ούτε πού άκουγε, αποκοιμιόταν, που κουράγιο ν' ακού τίς μωρολογίες της γριάς. Γρήγορα ήρθε γράμμα από τόν άλλο αδερφό της, καί ο δικός του γιός μπαρκάρισε, όπου νάναι θά τόν δεχτεί, τήν παρακαλεί πολύ νά τόν προστατέψει σάν μάνα. Τήν ίδια ημέρα τούγραψε πώς τόν περιμένει. Καί ότι περνά από τό χέρι της θά τό κάμει, νά μείνει ήσυχος.

Ήρθε ό δεύτερος, ήρθε ο τρίτος, ήρθε ο έβδομος ανηψιός της θείας. Τρέχει στά «πόρτα» νά τούς παραλάβει, τούς κυνηγάει νά φάνε γιατί είναι βαρύ τό κλίμα της, Αμερικής, μυρίζει τά χνώτα τους μήν τύχει καί καπνίζουν γιά πίνουν μπύρα, τούς σκεπάζει τό βράδυ πρίν πάει στό κρεββάτι της, τούς σταυρώνει τό μαξελάρι.

Τό ξέρει πώς πολλές φορές, δέν τούς έχει πάρει ο ύπνος, κρυφογελούν κάτω από τά σκεπάσματα μέ τά καμώματά της, μά δέ βαριέσαι, σκέφτεται, παιδιά είναι, παιδιάστικα σκέφτονται. Τί ξέρουν ευτά από ευθύνες καί αγωνίες τών γονιών; Καί ποιόν καλάπού δέ ξέρουν. Στό τραπέζι, όταν κουβαλά τίς πιατέλλες μέ τά φαγιά καί τούς παραφορτώνει τά πιάτα μέχρι τά μπούνια, οί μικροί ανηψιοί καί οί γιοί της, πού έγιναν τώρα κόμμα, κοιτάζονται χαμογελαστά, κλείνουν τό μάτι πονηρά καί της λένε πώς πέρασε πιά η πείνα καί η κατοχή, πρέπει νά προσέχουν τή σιλουέττα τους μήν κάμουν προκοίλια.

Μιάν ημέρα, ο δικός της γιός, εγύρισε καί είπε στούς άλλους:

- Εσείς έχετε δυό μανάδες. Μιά στήν 'Ελλάδα καί μιά τήν δική μου. Η Μάμη μου έγινε Μάμη τών ανηψιών της. 'Ε Μά; Δέν τούς ετοιμάζεις καί τόν τουβρά γιατί σήμερα θά σκάψωμε τ' αμπέλια στόν Καβαλλάρη; Κι' εσκάσαν όλοι στά γέλια, ακόμη καί ό Τζίμης.

Κι' εκείνη, τάχα μου πώς ξέχασε νά βάλει σάλτσα στά μακαρόνια, γύρισε στήν κουζίνα καί μέ τή λερή μπροστοποδιά της, σκούπισε ένα τόσο δά δακρουλάκι, πού ξεπρόβαλε στά κουρασμένα της ματόκλαδα.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios