Λίγα λόγια... για τα Κουρούνια

του Πάροικα

Έχοντας όλα τούτα δει, ζύγωσε πια στα κάγκελα τ' αυλόγερου. Ρίξε το βλέμα ίσια κάτω. Απάνω από τη δημοσιά, μισή αράδα σπίτια, είναι ο Χιονάδος. Κι' αμέσως από κάτω, το Κάτω το Χωριό. Θωρείς το ριζωμένο στην πλαγιά; Σαν το κοιτάς από ψηλά, λες πως τα σπίτια του, πατούν το ένα στ' άλλο. Θαρρώ θ' ανταμειφθείς, σαν περπατήσεις τα στενά του τα σοκάκια. Κι' ακόμα, σα διαβείς τις σκεπαστές, τις μέρες με λιοπύρι. Στ' απέριττα μπαλκόνια του θα βρεις, κληματαριές και γλάστρες με λουλούδια, μα πιότερο βασιλικούς.

Σαν αποσώσεις, με το Χωριό το Κάτω, άφες το μάτι λεύτερο κατά τις ράχες. Στα δυτικά, η ματιά σου θ' ανταμώσει τα ξωκκλήσια. Το ένα, είν' της Ματρώνας της αγίας, πούναι και κοντοχωριανή μας. Ύστερα, κείνο τ' αη-Προκοπιού. Κι' απάνω στην ίδια κορυφογραμμή, αυτό της Πάνω Παναγιάς. Πιο κάτω από το ύστερο, στα νοτιοδυτικά, βρίσκεται ο αη-Γιώργης. Καθώς τούτα τα ρημοκκλήσια θ' ατενίζεις, μπορεί και ν' αναρωτηθείς, ποιο είν' εκείνο το φυτό, που τις αντικρινές, αναβαθμίδες πρασινίζει;

Ξένε, είν' η αρχαία η άμπελος, προζύμι για το νέκταρ των θεών. Άλλωστε, και στην αρχή το δήλωσα. Μπορεί τούτα τα χώματα, στο κέντρο της Αριουσίας γης, της εκλεκτής μητέρας του κρασιού να συντυχένουν. Ύστερα, οι ανθρώποι, με περηφάνια διαλαλούν για το γλυκόπιοτο κρασί τους. Προίκα ακριβή, απ' τους παππούδες τους αρχαίους.

Ώρα να ρίξεις τη ματιά, στα βορινά της δύσης. Εδώ, το βαθυπράσινο φαράγγι είν' απλωμένο. Είναι φορές, που οι φυλλωσιές, το δείχνουν μερωμένο. Μα της νοτιάς η μάνιτα σκληρά το δοκιμάζει. Να το διαβείς σε προσκαλεί με οδηγό, του ποταμιού το μονοπάτι. Εκεί στοές τα υδρόφιλα πλατάνια, οι δρύες, τα καβάσια και θάμνοι πολυάγκαθοι. Πλούσιο σε χλωρίδα, μα πιότερο σε κατακάθαρο, κρυστάλλινο νερό, που κελαρίζοντας γαλήνια κυλά προς την αλίμενη, κυματοτρόφο του Αγαλάτου θάλασσα.

Ω, ξένε! Σα θα συντύχεις τούτες τις στιγμές κατά την άνοιξη, τότες, τις κατακίτρινες νησίδες που θα δεις, αναμεσίς στο πράσινο πεδίο, φυλάκισέ τες στη καρδιά σου. Είναι απ' τα σπαρτολούλουδα, που τ' άρωμά τους, θυμίαμα της άνοιξης και προσφορά στον κτίστη.

Είναι κοντά το λιόγερμα. Καιρός, τη στράτα σου να ξαναπάρεις. Διάβηκες ένα ακόμα ρημοχώρι, με λιγοστούς και γέροντες κατοίκους. Χαρά, θάταν για μας, αν θα θυμόσουν το νερό μας, το Αριούσιο κρασί, μα και του σπαρτολούλουδου την ευωδιά, γιατί δίχως και τούτα, η λήθη μοναχά θα μας ταιριάζει.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios