Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΤα πανηγύρια

Αναδημοσίευση απο το βιβλίο του συγχωριανού μας Μιχάλη Κεφάλα Όσα Θυμάμαι (ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ - ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ - ΠΡΟΣΩΠΑ)

 

κολλήσει.

Η κουταλιά αυτή ισοδυναμούσε με τρεις σημερινές μερίδες φαγητού σε εστιατόριον. Η κουτάλα αυτή ίσως υπάρχει ακόμη. Το κρασί ήτο απαραίτητο βέβαια. Εκεί που έψηναν τα φαγητά στο ισόγειο κάτω από το παλιό σχολείο ήτο το σοδιαστικό της εκκλησίας (και εκεί είναι μέχρι σήμερα) που είχεν και έχει τα κιούπια με λάδια. Εκεί μέσα είχαν όλα τα εισοδήματα της εκκλησίας καθώς και το κρασί και τρώγοντας ο Κωνοταντής πίνει και μια τσαρκατού με κρασί που το περιεχόμενο θα ήταν περίπου μια οκά κρασί. Η τσαρκατού αυτή ήτο από νεροκολόκυθο. Πριν 20-30 χρόνια τα μεταχειρίζοντο στα σοδιαστικά τους όλοι, καθότι φύτεγαν σπόρους και γινόταν πολύ εύκολα και με ελάχιστον έξοδον μέσα στα κηπάκια. Ικανοποιημένος ο Κωνσταντής, ο φαγάς όπως τον έλεγαν, πήγε να συμβιβάσει τους νεαρούς καβγατζήδες. Με τις χερούκλες του, τους παραμέρισε και τους συμβίβασε λέγοντας "βρε παιδιά, ντροπή σας να' ρθει ψυxρότης μεταςύ κοντοχωριανών και συγγενών με ασήμανια πράγματα."

Η πληρωμή του φαγητού ήτο κατά προαίρεσιν για να πληρωθούν ότι αγόραζαν το κρέας, το ρύζι το μπακαλιάρο. Τα υπόλοιπα συμπληρώματα ντομάτες, πατάτες και ψωμιά τα πρόσφεραν δωρεάν οι ενορίτες. Αυτές ήταν και είναι ακόμη οι συνήθειες. 'Εστω και ολίγοι που έχουν μείνει πλέον στο χωριό, έρχονται ακόμη οτην γιορτή μας αυτην χωριανοί μας που μένουν στην Αθήνα και δίνουν ζωή οτους γέρους, συνάμα συντηρούν και την εκκλησία εις ότι έχει ανάγκη.

Στα 16 μου χρόνια, το 1922 την εποχή της Μικρασιατικής καταστροφής, ήρχοντο ατάκτως οι στρατιώτες προτού γίνει η συνθηκολόγηση των κυβερνήσεων Ελλάδος και Τουρκίας. Όσοι στρατιώτες χωριανοί και κοντοχωριανοί μας ήρθαν στις 29 Αγγούστου, είδαν το κακό που γινόταν μέσα στην Σμύρνη, σφαγές κ.λ.π. λεηλασίες. 'Ενα γεγονός που έγινε και πάλι στο γλέντι του πανηγυριού. Μετά το φαγητό, επειδή ο αυλόγυρος που

γινόταν ο χορός, ο συνηθισμένος μεταξύ εκκλησίας και σχολείου, ήταν μικρός και ο κόσμος τόσος πολύς εκείνο το χρόνο, ο χορός δεν έγινε εκεί αλλά πάνω από την εκκλησίαν εκεί που είναι τώρα το καινούργιο οχολείο του χωριού και είχε περισσότερο χώρο, δέντρα μεγάλα για σκιά, ότι καλύτερο χρειαζόταν για να διασκεδάσουν οι νεαροί της εποχής τότε. Κάτω στον ίσκιο μιας μεγάλης αμυγδαλιάς ήταν τα όργανα.

Λόγω ευθυμίας των νεαρών, 2-3 από τους στρατιώτες έβγαλαν τα πιστόλια τους που είχαν πάρει μαζί τους από το μικρασιατικό μέτωπο και έριχναν στον αέρα πιστολιές στην αμυγδαλιά πάνω. 'Ημασταν 5-6 παιδιά στην ηλικία μου. (0 ένας ήτο ο Δημήτριος Σιταράς και ο άλλος ο Ιωάννης Βουρνούς, μακαρίτες και οι δύο τους). Αυτή ήτο η αιτία που άναψε ο καβγάς επειδή δεν ήθελαν να παραδώσουν τα πιστόλια τους λόγω που ήταν μεθυσμένοι, σε μια επιτροπή για να συνεχιστεί το γλέντι. Κάποιος από τον Κέραμο, Μιχάλης Κάκαυρος το όνομά του ήταν γνωστός του πατέρα μου, είχεν στο ζωνάρι του ένα κατσούνι, όχι μαχαίρι απ' αυτά που συνήθως μεταχειρίζονταν οι γεωργοί για μπολιάσματα δέντρων και που τα καθάριζαν πριν τα μπολιάσουν. Το κατσούνι φαινόταν στο ζωνάρι του. (Το ζωνάρι φοριόταν στην μέση του άντρα πάνω από τις βράκες) και πήγε να τους τα πάρει ο γέρο-Νοτάρος Δημήτρης Μιχαλάκης. Αυτός αντιστάθηκε, δεν ήθελε να του το δώσει και όπως πήγε να του το πάρει απ' το ζωνάρι που φαινόταν η λαβή του κατσουνιού, καθώς το έπιασε από τη λαβή του, αυτός αντιστάθηκε και έκοψε ελαφρά τα δάχτυλά του ο γέρο Νοτάρος. Μ' αυτή την άρνηση να παραδώσει το κατσούνι του άναψε ο καβγάς και όπως ήτο ο τσούρμος γύρω από τον χορό οι περισσότεροι πήραν μέρος για να μεσολαβήσουν γιατί δεν ήθελαν να χτυπήσουν τους ξένους μέσα στο χωριό, και ιδιαιτέρως την ημέρα του πανηγυριού γιατί εθεωρείτο προσβολή για το χωριό. Εκείνος που έφαγε το περισσότερο ξύλο επειδή δεν ήθελε να παραδώσει το πιστόλι του ήτο το Νικολάκι όπως τον έλεγαν.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios